Ἡ συμβολή τοῦ Νικολάου Νησιώτη στήν Οἰκουμενική Κίνηση – Ὁ ὀρθόδοξος «ἱεραπόστολος» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου

Εἰσήγηση στό Β΄ Συνέδριο, μέ γενικό τίτλο: «Θεολογικές Προσωπογραφίες» καί μέ εἰδική ἀναφορά στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Νίκου Νησιώτη (Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου-Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, Μελισσάτικα, 6 Ἀπριλίου 2013)

1. Ὁ Νικόλαος Νησιώτης ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πλέον ἐξέ­χου­σες θεολογικές προσωπικότητες τῆς Ἐπιστήμης καί τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔτυχε τῆς ἀναγνώρισης ὄχι μόνο στό ἑλλαδικό καί τόν Ὀρθόδοξο χῶρο ἀλλά καί στόν διορθόδοξο καί διαχριστιανικό, τόσο μέ τά θεολογικά καί φιλοσοφικά του ἔργα, ὅσο καί μέ τή προσφορά του στήν ἐξέλιξη καί στήν ἀνάπτυξη τῆς συνεργασίας τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν. Ἡ διαπίστωση αὐτή ἐπιβεβαιώνεται κυρίως ἀπό τήν συμβολή του στήν ἀνάπτυξη καί θεολογική νοηματοδότηση τῆς λεγόμενης Οἰκουμενικῆς Κίνησης καί μάλιστα στά πλαίσια τῆς λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε. Ὁ Νίκος Νησιώτης εἶναι γνωστός ὡς ὁ «ἱεραπόστολος» καί ὁ θεολόγος τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, τήν ὁποία καλλιέργησε τόσο στόν ἑλλαδικό χῶρο ὅσο καί στό ἐξωτερικό. Βεβαίως δέν θά πρέπει νά παραθεωροῦμε ὅτι ἡ συμβολή αὐτή τοῦ Νησιώτη, στήν ἀνάπτυξη καί στή θεολογική θεμελίωση τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, δέν περιορίστηκε μόνο στή δράση του ὡς μέλους ἤ διοικητικοῦ παράγοντα τοῦ Π.Σ.Ε. ἤ ἀπό τή συμμετοχή του στίς διομολογιακές, διαχριστιανικές ἤ διεκκλησιαστικές συναντήσεις καί διαλόγους, ἀλλά ἀφετηριακά ἀφοροῦσε πάντοτε μία ἰδιαίτερη πτυχή, ἴσως σέ πολλούς λησμονησμένη, ἡ ὁποία συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἀνάγκη τῆς ἄμεσης, δυναμικῆς καί οὐσιαστικῆς συμβολῆς καί στάσης τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, τῆς θεολογικῆς παιδείας καί ἐκπαίδευσης στήν προσπάθεια αὐτή τῆς λειτουργίας καί τῆς ἀνάπτυξης τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. Στήν Ὁμιλία του, τῆς 3ης Μαΐου τοῦ 1971 στήν Αἴθουσα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ἕν τῶν κυρίων ἔργων τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν εἶναι ἡ διαρκής φροντίς, ὅπως καταστήσουν ἐμφανεῖς, ἀξιοποιήσουν καί πραγματοποιή­σουν τάς θετικάς προϋποθέσεις ταύτας μέσῳ τῶν συγγραφῶν, τῆς διδασκαλίας, τῶν διεπιστημονικῶν καί ἰδεολογικῶν καί διομολογιακῶν ἐπαφῶν, καί κυρίως τῆς δημιουργίας μιᾶς νέας θεολογικῆς γενιᾶς, ἱκανῆς νά κηρύξῃ καί νά δράσῃ μέ εὐρύτατον, πραγματικῶς Ὀρθόδοξον πνεῦμα». Δυστυχῶς τό ὅραμα αὐτό ὑπηρέτησαν μεμονωμένα μόνο πρόσωπα, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τούς συνεχιστές καί τούς ἐκφραστές τῶν προβληματισμῶν του, τῶν ὁραματισμῶν του καί τῶν προτάσεών του, ὡς ὀρθόδοξου διδασκάλου, ἐνῶ δέν κατέστη δυνατή ἀκόμη ἡ ὑλοποίηση ἀνάλογου προγράμματος θεολογικῶν σπουδῶν, τό ὁποῖον θά ἀνταποκρίνετο στό εὐρύ καί ἐξωστρεφές αὐτό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

2. Γιά τόν Νικόλαο Νησιώτη προσωπικά ἡ θεολογική ἐκπαίδευση ἦταν ὄχι ἡ βάση ἀλλά ἡ ἀπαρχή γιά τήν ἑδραίωση καί τήν ἀνάπτυξη τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, γι’ αὐτό καί ἡ πρώτη ἐπαφή, μέ αὐτό πού χαρακτηρίζεται τό Π.Σ.Ε. καί ἐκφράζει τήν Κίνηση αὐτή, πραγματοποιεῖται μέσα ἀπό τό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Bossey (Ecumenical Institute). Ἐκεῖ ὁ Νησιώτης, γιά μία εἰκοσαετία περίπου (1956-1974), θά θεμελιώσει θεολογικά τήν σκέψη του γιά τήν Οἰκουμενική Κίνηση καί συγχρόνως ἀπό ἐκεῖ θά ἀναδειχθεῖ μία ἀπό τίς ἡγετικές φυσιογνωμίες τῆς Κινήσεως, ἐξαντλῶντας ὁλόκληρη τήν κλίμακα τῆς ἱεραρχίας τόσο σέ ἐπίπεδο πανεπιστημιακό ὅσο καί διοικητικό. Στό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Bossey, κάθε χειμερινό ἑξάμηνο, διοργανώνει ἐπιμορφωτικά σεμινάρια σέ συνεργασία μέ τή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γενεύης, ὅπου λειτουργεῖ ἡ Μεταπτυχιακή Σχολή Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν ἤ τό Πανεπιστημιακό Κέντρο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν, ἐνῶ παράλληλα τό Πανεπιστήμιο τῆς Γενεύης τόν ἐκλέγει Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί τόν ὁρίζει Κασμήτορα τῆς Μεταπτυχιακῆς Σχολῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν. Ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ Νησιώτη μόλις ἐγκαταστάθηκε στό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο ἦταν ἡ καθιέρωση τοῦ λεγομένου «Ὀρθοδόξου Σεμιναρίου» σέ συνεργασία μέ τό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι καί μάλιστα μέ τόν Πώλ Εὐδοκίμωφ καί τόν Λέοντα Ζάντερ. Στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καί τῆς Διακαινησίμου τοῦ ὀρθοδόξου ἡμερολογίου πραγματοποιοῦσαν στό Μποσέ μιά σειρά διαλέξεων ὀρθοδόξων θεολόγων σέ ἑτεροδόξους (ρωμαιοκαθολικούς καί προτεστάντες), μέ θέμα τή μύησή τους στήν Ὀρθοδοξία, ἐνῶ τά ἀπογεύματα τελοῦντο οἱ ἀκολουθίες, πού παρακολου­θοῦσαν καί δυτικοί θεολόγοι, μετά ἀπό σχετική ἐνημέρωσή τους ἀπό τούς ὀρθοδόξους θεολόγους τοῦ σεμιναρίου. Ἔτσι μέσα ἀπό τή μυσταγωγία τῆς λατρείας μυοῦντο οἱ ἑτερόδοξοι καί στήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ὄχι μόνο θεωρητικά ἀλλά καί βιωματικά. Παράλληλα μέ τήν παραπάνω διδακτική του προσφορά, ὑπηρετεῖ ἐπιτελικά καί στό Π.Σ.Ε. (World Council of Churches), φθάνοντας μέχρι τήν κορυφαία θέση τοῦ Ἀναπληρωτῆ Γενικοῦ Γραμματέα τοῦ Π.Σ.Ε. γιά μία τετραετία (1968-1972), ἀποποιηθείς δύο φορές καί τή θέση τοῦ Γενικοῦ Γραμματέα, ἐξαιτίας τῶν πανεπιστημιακῶν καθηκόντων στήν Ἑλλάδα. Σέ ὅλα σχεδόν καί ὁπωσδήποτε στά οὐσιωδέστερα συνέδρια τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, κατά τή διάρκεια τῆς τελευταίας τεσσαρακον­ταετίας ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Π.Σ.Ε., ὁ Νησιώτης ὑπῆρξε ὁ ἀδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής καί βασικός ὁμιλητής, γι’ αὐτό ἄλλωστε θεωρεῖται ὅτι ἦταν καί ὁ γνωστότερος Ἕλληνας θεολόγος σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο τῆς μεταπολεμι­κῆς περιόδου. Ἀποκορύφωμα τῆς οἰκουμενικῆς σταδιοδρομίας του ἦταν ἡ ἀνάδειξή του σέ Πρόεδρο τοῦ Τμήματος «Πίστις καί Τάξις» («Faith and Order») τοῦ Π.Σ.Ε. γιά μιά πενταετία (1977-1982). Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς θέσης καθίσταται προφανής, ἐάν ἀναλογισθεῖ κάποιος ὅτι τό Τμῆμα «Πίστις καί Τάξις» συνιστᾶ τόν θεολογικότερο τομέα τῶν δραστηριοτήτων τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ὅπου ὁ Νικόλαος Νησιώτης ἀξιοποίησε τόσο τήν ἐμπειρία του ὅσο καί τίς γνώσεις του (φιλοσοφικές καί θεολογικές) γιά τήν κατάρτιση κειμένων, προκειμένου νά θεμελιωθεῖ θεολογικά ἡ ἔννοια τῆς Χριστιανικῆς ἑνότητας καί ἡ ὅλη δραστηριότητα τοῦ Π.Σ.Ε. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι μετά τή λήξη τῆς θητείας του στό θεολογικό τμῆμα τοῦ Π.Σ.Ε. ἐξελέγη ὁμοφώνως Πρόεδρος τῆς «Διεθνοῦς Ἀκαδημίας Θρησκευτικῶν Ἐπιστημῶν» (Académie Internationale des Sciences Religieuses) τῶν Βρυξελλῶν (1984-1986). Παράλληλα καί σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς πολυετοῦς θητείας του στήν Οἰκουμενική Κίνηση μετεῖχε καί προήδρευε στή συντακτική ἐπιτροπή διεθνοῦς κύρους θεολογικῶν περιοδικῶν, ὅπως τό Concilium, Journal of Ecumenical Studies, Ökumenische Rundschau κ. ἄ.

3. Ὁλόκληρη ἡ παραπάνω ἀνοδική πορεία τοῦ Νικολάου Νησιώτη ἀπετέλεσε τήν ἀφορμή ὥστε νά ἀναγνωρισθεῖ στό δυτικό κόσμο ὄχι τόσο ὡς φιλόσοφος, ὅπως στήν Ἑλλάδα, ἀλλά ὡς θεολόγος καί μάλιστα ὡς «ὁ γνωστότερος Ἕλληνας θεολόγος στή χριστιανική ὑφήλιο», στά μεταπολεμικά χρόνια. Ἡ χαρισματική του σκέψη καί ἡ θεολογική του προσφορά στά θέματα τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας ἀνεδείχθησαν, μέ τήν ἀνάληψη τῆς Προεδρίας τοῦ Τμήματος "Πίστις καί Τάξις" τοῦ Π.Σ.Ε., "ἕνα γεγονός ἰδιάζουσας σημασίας ὄχι μόνο γιά τόν ἴδιο", ἀλλά γενικότερα γιά τήν δυναμική παρουσία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας στό χῶρο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης. Ἔτσι ὁ Νικόλαος Νησιώτης γίνεται ὁ πιό βαθύς καί πλατιά ἐνημερωμένος στή δυτική σκέψη Ὀρθόδοξος θεολόγος τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ γνωρίζει ὅσο λίγοι θεολόγοι μέ ποιούς διαλέγεται μέσα στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, γεγονός τό ὁποῖο κάνει εὐχερῆ τήν εἴσοδό του στήν καρδιά τῆς κίνησης αὐτῆς. Καρπός τῆς θητείας τοῦ Νησιώτη στό θεολογικό τμῆμα τοῦ Π.Σ.Ε. (1977-1982) ἦταν ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἐρευνητικοῦ προγράμματος γιά τήν «Ἐλπίδα» πού εἶχε ἐγκαινιασθεῖ στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 καί ἡ ἐπιτυχής διεκπεραίωση ἑνός ἄλλου ἐρευνητικοῦ ἐγχειρήματος σχετικά μέ τά τρία θεμελιώδη μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τό Βάπτισμα, τήν Εὐχαριστία καί τήν Ἱερωσύνη, πού ἔληξε μέ τό Κείμενο τῆς Λίμα (1982), τό λεγόμενο Β.Ε.Μ. (Βάπτισμα-Εὐχαριστία-«Ἱερωσύνη). Μέ αὐτό τό πρόγραμμα προκλήθηκαν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν νά ἐγκύψουν στή μυστηριακή δομή τῆς Ἐκκλησίας καί νά συνειδητοποιήσουν τήν ἐκκλησιολογική ὑπόσταση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτήν τήν παραθεωρημένη πτυχή τῆς Χριστιανικῆς πίστης ὑπενθύμισε στήν Οἰκουμενική Κίνηση ἡ ὀρθόδοξη θεολογική παρουσία τοῦ Νίκου Νησιώτη, μέ τίς προσωπικές του παρεμβάσεις. Μέ αὐτή τήν προσπάθειά του ὁ Νησιώτης ἔκλεισε τήν οἰκουμενική του σταδιοδρομία, ἔτσι ὅπως τήν ἄνοιξε, «τονίζοντας τήν ἐκκλησιοκεντρικότητα τῆς θεολογίας στή λατρευτική ζωή». Τό Κείμενο τῆς Λίμα (1982) προσανατολίζει ὅλη τήν Οἰκουμενική Κίνηση σ’ αὐτήν τήν θεολογία τῶν μυστηρίων.

4. Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Νησιώτη στήν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης εἶναι πληθωρικό καί προσδιορίσθηκε ἀπό τίς περιστάσεις. Περιλαμβάνει πάνω ἀπό μιά ἑκατοντάδα ἄρθρων οἰκουμενικοῦ περιεχομένου, γραμμένων σέ τέσσερις γλῶσσες (ἑλληνικά, ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικά) καί μεταφρασμένων σέ περισσότερες, μέ εὐρύτατη κυκλοφορία. Δέν πρόλαβε ὁ Νησιώτης νά δώσει ἕνα συστηματικό σύγγραμμα στήν οἰκουμενική θεολογία, ὅπως ἀκριβῶς ἀτύχησε στό ἴδιο σημεῖο καί στή φιλοσοφία τῆς θρησκείας, λόγω τοῦ πρόωρου κι αἰφνίδιου θανάτου του. Ἄλλωστε οἱ περιστάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης ἀπαιτοῦσαν τή συγγραφή ἐπίκαιρων ἄρθρων καί ἀπέτρεπαν ἀπό τή δημιουργία μεγάλων συνθέσεων. Ἔτσι ἀφοσιώθηκε στή διακονία τῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς ὀρθόδοξης παρουσίας στό σύγχρονο Οἰκουμενικό Διάλογο, καί ἄφηνε γιά εὐθετότερο χρόνο τή συγγραφή ἑνός συστηματικοῦ ἔργου. Μερικά ἄρθρα του ἐντούτοις ἀπετέλεσαν τή γερμανόφωνη ἀνθολογία, μέ τίτλο «Ἡ Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας σέ Οἰκουμενικό Διάλογο-Ἐκκλησία καί Κόσμος σέ Ὀρθόδοξη Ἄποψη» (1968), ἐνῶ λίγο ἀργότερα ἐμφανίσθηκε στά ἑλληνικά, καί στό περιοδικό «Θεολογία», τό ἐκτενές μελέτημά του, «Ἡ Ἀπολογία τῆς Ἐλπίδος» (1975). Ἀπό τίς στῆλες τοῦ ἴδιου περιοδικοῦ δημοσιεύθηκαν στά ἀγγλικά οἱ Διαλέξεις του στό Πανεπιστήμιο τοῦ Μάντσεστερ, τό 1981, μέ τόν τίτλο «Ἐκκοσμικευμένες καί Χριστιανικές Εἰκόνες τοῦ Ἀνθρωπίνου Προσώπου» (1982/1983). Τό ἀνέκδοτο συγγραφικό ἔργο τοῦ Νησιώτη στήν οἰκουμενική θεολογία περιλαμβάνει κείμενά του στό Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο, δακτυλογραφημένα/πολυγραφημένα, πού φυλάσσονται στό ἀρχεῖο τοῦ Ἰνστιτούτου στό Μποσέ καί στό Ἐπιτελεῖο τοῦ Π.Σ.Ε., στή Γενεύη, καθώς ἐπίσης μέρος ἀπό αὐτό ἀνήκει στό προσωπικό ἀρχεῖο του στήν Ἀθήνα.

5. Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Νικολάου Νησιώτη ὡς τοῦ «Ὀρθοδόξου θεολόγου τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» δέν δόθηκε οὔτε ἀπροϋπόθετα, οὔτε χωρίς ἀντίκρυσμα. Θεωρῶ ὅτι διαζωγραφεῖ αὐτό πού ὁ ἴδιος φανέρωνε μέσα ἀπό τήν διδασκαλία του, τή στάση του, τή δράση του, τίς πεποιθήσεις του, τήν ἐλπίδα του. Ἕναν Οἰκουμενισμό, ὁ ὁποῖος δέ εἶχε συγκρητιστικά χαρακτηριστικά ἀλλά πού ὑπηρετοῦσε καί διακονοῦσε τό μυστήριο τῆς ἑνότητας τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὄχι ὅμως ὡς τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀθροιστικῆς διαδικασίας ἀλλά ὡς ἔκφραση Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖται καί ἀναδεικνύεται μέσα ἀπό τόν διάλογο. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά : «Ὅταν ὁμιλῇ τις περί Οἰκουμενισμοῦ, πρέπει νά ἐννοῇ κατά πρῶτον λόγον, τήν κοινωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν, ... ὡς τήν συγκεκριμένην ἔκφρασιν αὐτῆς, ἐν τῇ μορφῇ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, εἰς τό ὁποῖον μετέχουν τώρα ἐπισήμως ὡς τακτικά μέλη αὐτοῦ ἅπασαι αἱ κατά τόπους Αὐτοκέφαλοι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι. Ὁ σκοπός τῆς Κινήσεως αὐτῆς δέν εἶναι οὔτε ὁ δογματικός συγκρητισμός, οὔτε ἡ ἐπίτευξις ἀμοιβαίων παραχωρήσεων εἰς τά ζητήματα πίστεως, οὔτε ἡ παντί σθένει εὔκολος ἐπιτυχία Ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως τήν ἐπαύριον, καίτοι τοῦτο παραμένει ὁ ἀπώτερος σκοπός αὐτῆς. Κύριος καί ἄμεσος σκοπός εἶναι ἡ μέσω τῆς κοινωνίας αὐτῆς ἀνακαίνισις τῆς ζωῆς τῶν Ἐκκλησιῶν καί οὕτως ἡ ἐξεύρεσις τρόπων συνεργασίας αὐτῶν, διά τῆς ἀπό κοινοῦ δυναμικῆς παρουσίας τῆς Χριστιανικῆς πίστεως εἰς τόν σύγχρονον κόσμον». Ἔτσι λοιπόν ἡ Οἰκουμενική Κίνηση δέν ἀποτελεῖ μία προσπά­θεια διεκκλησιαστικοῦ συγκρητισμοῦ, ὅπως ἐσφαλμένα θεωρεῖται σήμερα ἀπό ὁρισμένους κύκλους, ἀλλά ἀφορμή γιά ἀνάδειξη τῆς πραγματικῆς παρουσίας καί συνυσφορᾶς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, στήν διεκκλησιαστική θεολογική συζήτηση καί συνεργασία, ἡ ὁποία στηρίζεται ἀποκλειστικά καί μόνο στή δυναμική, δημιουργική καί ἀνακαινιστική δύναμη τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὡς ἔκφραση τῆς ὀρθοδόξου κατανόησης τῆς ἴδιας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί παράδοσης. Μέ βάση λοιπόν αὐτήν τήν ἔννοια τῆς παράδοσης ὁ Νικόλαος Νησιώτης ὁμιλεῖ γιά τήν ἔννοιαν τῆς "Χριστιανικῆς ἑνότητας", ὡς μιᾶς δυναμικῆς παρουσίας τῆς Χριστιανικῆς πίστεως εἰς τόν σύγχρονον κόσμον καί ὡς πρακτικῆς συνεργασίας τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, μέσα ἀπό τήν ὁποίαν καλλιεργεῖται «τό κλῖμα ἀγάπης καί ἀλληλοκατανόησης πρός καλυτέραν ἐν αὐτῇ συζήτησιν τῶν δογματικῶν διαφορῶν» ἐνῶ συγχρόνως προετοιμάζεται καί ὁ δρόμος πρός τήν ἕνωση, ἕνα ἔργο τό ὁποῖον ὅμως ἀνατίθεται στίς ἐπί μέρους Ἐκκλησίες, «εἰς τήν ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ἐπαφίεται», καί τό ὁποῖον δέν εἶναι ἔργο κάποιου ὀργανισμοῦ ἤ κάποιας ὀργάνωσης ἀλλά προσπάθεια καί πορεία ἐκκλησιαστική. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Νικόλαος Νησιώτης θεωρεῖ ὅτι ἡ χριστιανική ἑνότητα πρέπει πρώτιστα νά ἀποτελεῖ προσπάθεια γιά μία ἑνότητα τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τήν ὁποίαν θά ἀναδειχθεῖ ἡ ἀνακαινιστική καί δυναμική παρουσία ἀπό κοινοῦ τῶν Ἐκκλησιῶν στό σύγχρονο διασπαρμένο κόσμο. Θεωρεῖ ὅτι ἡ χριστιανική ἑνότητα πρέπει νά ἐκκινήσει κατ’ ἀντίστροφη φορά ἀπό αὐτήν τήν ὁποίαν ὑποδεικνύουν οἱ σύγχρονοι ἀρνητές της, τήν ὁποίαν νοηματοδοτοῦν μάλιστα μέ μία ἀφηρημένη ἔννοια καί τῆς προσδίδουν καί ἕνα ἀρνητικό περιεχόμενο. Γιά τόν λόγο αὐτό καί ὑποδεικνύει αὐτή τήν μεταβολή τῆς μεθόδου, ὡς πρός τίς ἐργασίες τοῦ Τμήματος "Πίστις καί Τάξις" τοῦ Π.Σ.Ε. Θεωρεῖ ὅτι σ’ αὐτήν τήν πορεία πρός ἐπίτευξη τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας, μέ σκοπό τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου, ἡ Ὀρθοδοξία θά πρέπει νά δείχνει τήν δέουσα προσοχή προκειμένου μέ τή δυναμικότητα τῆς πίστης νά ἀναδεικνύει τό βαθύτερο περιεχόμενο καί τῆς πίστης καί τῆς παράδοσης, συμβάλλοντας οὐσιαστικά σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα, ἀφοῦ μέ τό πνεῦμα της δέν ἀνέχεται οὔτε τήν ἀποξένωση, οὔτε τή διένεξη, οὔτε τή διάσπαση.

6. Γιατί ὅμως εἶναι τόσο σημαντική ἡ χριστιανική ἑνότητα γιά τήν ἑνότητα τοῦ κόσμου καί γιατί ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι τόσο οὐσιαστική ; Εἶναι δύο ἐρωτήματα μέσα ἀπό τά ὁποῖα ὁ Νικόλαος Νησιώτης ἀναδεικνύει τό βαθύτερο περιεχόμενο τῆς ἔννοιας τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας καί τή συμβολή σ’ αὐτό τό ἔργο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ τραγική διαίρεση τοῦ χριστιανισμοῦ, ἔχει γίνει ἀφορμή μιᾶς πολεμικῆς καί ἑνός μίσους ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί στούς πολιτισμούς. Οἱ χριστιανικές Ἐκκλησίες λοιπόν καλοῦνται σέ μία ἱεραποστολική δράση, σεβόμενες τόν πολιτισμό, ὥστε προσλαμβάνοντάς τον νά τόν μεταμορφώσουν εὐαγγελικά, χωρίς οἱ ἴδιες νά ἐκκοσμικευθοῦν. Τό εὐαγγέλιο θά πρέπει νά γίνει μέρος ἑνός πολιτισμοῦ καί νά δώσει σ’ αὐτόν ἕναν νέον προσανατολισμό ἤθους καί νοοτροπίας. Θά τό πετύχει αὐτό ἡ χριστιανική Ἐκκλησία μόνον ἐάν ἑνωμένη διαλεχθεῖ σοβαρά μέ τόν περιβάλλοντα πολιτισμό, ἐμποδίζοντας ἄλλους παράγοντες νά εἰσέλθουν σ’ αὐτή τήν διαλεκτική διαδικασία (ἐθνικούς, γλωσσικούς, διακρίσεις κ.ἄ.). Μέ ἄλλα λόγια, ἡ πολιτιστική πρόληψη μπορεῖ καί πρέπει νά περιλαμβάνει ὅλες τίς μορφές ἑνός δεδομένου πολιτισμοῦ ἀρκεῖ νά διατηροῦνται οἱ οὐσιαστικές ἀρχές τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καί τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας ἀναλλοίωτες. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά τονίσουμε ὅτι εἶναι ἀνάγκη οἱ Χριστιανικές Ἐκκλησίες νά γνωρίζουν τί εἶναι τό σημαντικό, τό ὁποῖο πρέπει νά διατηρηθεῖ μέ κάθε κόστος, καί τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά μεταβληθεῖ. Αὐτό προσδιορίζει καί τήν κρίσιμη σημασία καί τόν ρόλο πού ἔχει ἡ θεολογία σέ κάθε μορφή πολιτιστικῆς πρόσληψης, νά προσδιορίσει δηλαδή τί ἀποτελεῖ τό οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀνεξάρτητα ἀπό τίς διάφορες πολιτιστικές μορφές μέ τίς ὁποῖες ἐκφράζεται καί γιά τίς ὁποῖες δέν θά παρουσιάζονται προβλήματα στήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα. Τί σημαίνουν αὐτά ; Ὅτι ἡ χριστιανική πίστη δέν ταυτίζεται μέ μία συγκεκριμένη πολιτισμική μορφή ἤ ἔκφραση ἀλλά ἀναφέρεται σέ ὅλον τόν κόσμο, τόν ὁποῖον μπορεῖ νά προσλάβει καί νά τόν μεταμορφώσει, κοινωνεῖ δηλαδή μ’ αὐτόν, ἐνῶ ἡ προσληπτική αὐτή κοινωνία ἀπαιτεῖ διάκριση, δηλαδή ἐλευθερία καί μοναδικότητα.

7. Πῶς σχετίζεται ὅμως ἡ χριστιανική ἑνότητα τοῦ κόσμου μέ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι ἕνα ἐρώτημα στό ὁποῖο προσπάθησε νά ἀπαντήσει ὁ Νῖκος Νησιώτης, ἤδη ἀπό τό 1971, θέτοντας ὁρισμένες ἀρχές καί προϋποθέσεις. Οἱ προϋποθέσεις καί οἱ ἀρχές εἶναι οἱ ἀκόλουθες : α) Ἡ ἱστορία εἶναι ὁ χῶρος τῆς συνεχοῦς δυναμικῆς ἐνέργειας τοῦ γεγονότος τῆς πίστης, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ ἱστορία λαμβάνει ἐσχατολογική προοπτική, ὡς ἤδη καί ὄχι ἀκόμη, ἀλλά καί ἀξία. β) Ἡ χριστιανική ἑνότητα δέν ἐπιβεβαιώνεται ἁπλᾶ μέ μία ὁμολογιακή πράξη καί ἔκφραση ἤ μέ μία κατάφαση τοῦ ὁμολογιακοῦ περιεχομένου τῆς πίστης, ἀλλά ἀποτελεῖ μία συνεχῆ καί προοδευτική πορεία, ὡς μαρτυρία τῆς πίστης μέσα στόν κόσμο. γ) Ἡ ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ σκοπιμότητα τοῦ ἴδιου τοῦ γεγονότος τῆς ἱστορίας. δ) Ἡ ἑνότητα τοῦ κόσμου δέν εἶναι οὔτε ἁπλῶς σκοπός, οὔτε ἁπλῶς ἠθική ἐντολή, γιατί τό γεγονός τῆς σωτηρίας δέν εἶναι ἕνα ἁπλᾶ ὑποκειμενικό ἤ ἀτομικό γεγονός, ἀλλά μία κίνηση πρός τήν "καινή ζωή", μία κίνηση συνεχῆ καί πρός τά ἐμπρός, μία μεταβολή κοινωνική καί παγκόσμια καί ὄχι μία ἔννοια ἁπλῶς ἠθικῆς βελτίωσης. Ὅλα αὐτά συνεπάγονται ὅτι ἡ χριστιανική ἑνότητα δέν περιορίζεται μόνο στήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἤ ὁμολογιακῆς ἕνωσης ἀλλά ἐκκινεῖ ἀπό αὐτήν τήν ἴδια τή φύση καί τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς μία κίνηση ἐξωστρεφής ἐνῶ συγχρόνως ἐπιδιώκει καί τήν ἐσωστρεφῆ ἐπιβεβαίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ ἑνότητα εἶναι χαρισματική δωρεά, δηλαδή ὑπαρξιακό γεγονός ἐλευθερίας (Β΄ Κορ. 3,17) καί συνεχής ἀγῶνας γιά τήν ἐπίτευξη τῆς κλήσης «ἐν τῇ μιᾷ ἐλπίδι» (Ἐφεσ. 4,4). 8. Μέ τή χρήση τοῦ ὅρου «ἐλπίδα», ὁ Νικόλαος Νησιώτης δίνει μία ἄλλη προοπτική καί ἕνα ἄλλο περιεχόμενο στήν ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας, τήν ὁποίαν χωρίς νά τήν διαφοροποιεῖ συγχρόνως τήν διακρίνει ἀπό τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἡ ὁποία ἔχει πρώτιστα ἀναφορά στήν ἔννοια τῆς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Ἡ "ἐλπίδα" εἶναι τό περιεχόμενο ἀλλά καί τό περιέχον τῆς ὅλης προβληματικῆς τοῦ Νικολάου Νησιώτη. Ἐκφράζεται ἤ μᾶλλον ταυτίζεται μέ τήν ἔννοια αὐτή, κατ’ ἀπόλυτη ἔκφραση καί περιεχόμενο, ὄχι μόνο ἡ χριστιανική ἑνότητα ἀλλά ἡ ἑνότητα ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ἡ μία καί κοινή ἐλπίδα στό Χριστό μέσῳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καθιστᾶ τόν Χριστό Ἐκεῖνον, στόν ὁποῖον ἀνακεφαλαιώνονται τά πάντα. Ὁ Χριστός «ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» γίνεται ταυτόχρονα τά πάντα (Γαλ. 3, 26-28) καί στόν ὁποῖον βρισκόμαστε ὅλοι μαζί «κεκλημένοι ἐν τῇ μιᾷ ἐλπίδι» (Ἐφεσ. 4,4). Ἡ ἔννοια λοιπόν αὐτή τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ Χριστοῦ ἐκφράζει, ὄχι ἕναν ἐνδοκοσμικό Χριστό ἤ ἕναν ἐκκοσμικευμένο Χριστό (!!!), ἀλλά τόν Χριστό, ὡς ἔννοια περιεκτική, ὅπου περιλαμβάνονται καί ἀνακεφαλαιώνονται τά πάντα καί οἱ πάντες, καί ὁ ὁποῖος δέν ἀποτελεῖ μόνο τήν ἀρχή ἤ τό τέλος τοῦ κόσμου ἀλλά ὁλόκληρης τῆς πραγματικότητας τοῦ κόσμου καί μάλιστα διαχρονικά. Ἡ χριστιανική αὐτή ἔννοια τῆς ἑνότητας δέν εἶναι μόνο ἡ ὁμολογιακή ἑνότητα, ἡ ὁποία συμπίπτει καί μέ τήν πορεία πρός τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἡ ἀπό κοινοῦ ἐνέργεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων προκειμένου νά ἀναπτυχθεῖ καί ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, μία προσπάθεια ἡ ὁποία θά ὑπηρετεῖ τήν παγκόσμιο ἑνότητα, μέσα ἀπό τόν κοινό ἀγώνα γιά δικαιοσύνη καί ἰσότητα, μέ τελικό σκοπό νά δημιουργηθοῦν καί οἱ προϋποθέσεις ἐκεῖνες γιά μία παγκόσμια ἑνότητα. Ὑπό αὐτή τήν προοπτική ἡ «ἐλπίδα» ταυτίζεται μέ τήν διαδικασία ἀναζήτησης ἑνός καλύτερου μέλλοντος γιά ὁλόκληρο τόν κόσμο, τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται καί ἀπό τήν ἀνθρώπινη δράση. Ἄλλωστε εἶναι γνωστόν ὅτι ἡ «ἐλπίδα» προϋποθέτει λογική σκέψη, νηφάλια κρίση, ἐμπειρική ἐμπιστοσύνη καί ρεαλισμό. Σ’ αὐτήν τήν διαδικασίαν πρός τήν χριστιανική ἑνότητα καλοῦνται οἱ Ἐκκλησίες νά συμβάλλουν συγχρόνως ὅμως ὀφείλουν καί νά ἀγωνιστοῦν παράλληλα, ὥστε νά πραγματώσουν καί τήν ὁμολογιακή καί ἰδίως τή μυστηριακή βάση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας, ὡς ἔκφραση ὅμως βίωσης, τῆς μιᾶς πίστης, στή μία κοινωνία καί μέ τή συμμετοχή στά αὐτά μυστήρια, μέσα δηλαδή ἀπό τήν ἴδια Ἱερωσύνη καί τήν Ἀποστολική Διαδοχή. Αὐτή ὅμως ἡ ἐπανένωση τῶν χριστιανικῶν παραδόσεων σέ μία ἐκκλησιαστική κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθεῖ μέ τρόπο πολεμικό, ἀντιρρητικό ἤ πολωτικό, ἀλλά θά πρέπει νά προέλθει μέσα ἀπό τήν ἴδια τή ζωή τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῆς χαρισματικῆς καί ἱεραποστολικῆς δράσης, τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας, τά στοιχεῖα δηλαδή ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τά συστατικά ἑνός πραγματικοῦ διαλόγου, ἑνός δηλαδή διαλόγου περί ἑνότητας καί μάλιστα ἀπό ἄποψη Ὀρθόδοξη. Στό σημεῖο αὐτό νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία μία διευκρίνιση. Γιά τόν Νικόλαο Νησιώτη ἡ ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ἐκφράζει οὔτε μία ὁμολογιακή δυναμική, οὔτε ἀποτελεῖ μία πολωτική ἔκφραση. Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ὁ κατεξοχήν τρόπος ζωῆς καί ὕπαρξης τοῦ ἴδιου τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, ἀποτελεῖ τόν κατεξοχήν ὅρον μέσα ἀπό τόν ὁποῖον ὁρίζεται καί ἐκφράζεται ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητας, ὄχι σέ ἐπίπεδο θεωρητικό ἤ ἰδεολογικό ἀλλά πραγματικό καί ρεαλιστικό, γι’ αὐτό καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ἡ Ἐκκλησία τῆς ἑνότητος, ὄχι σέ ἐπίπεδο θεσμικό ἀλλά χαρισματικό, ταυτίζεται καί μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. 9. Μέ βάση ὅλα τά παραπάνω ὁ Νικόλαος Νησιώ­­της : α) Θεωρεῖ ὅτι ἡ ἑνότητα ἤ ἡ ἐπανένωση τῶν διηρημένων χριστιανῶν δέν μπορεῖ νά εἶναι θέμα ἁπλῶν διαπραγματεύσεων κορυφῆς, ἀλλά θά πρέπει νά στηριχθεῖ καί νά ἐκφρασθεῖ μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν τοπική Ἐκκλησία. β) Στά πλαίσια αὐτῆς τῆς προσπάθειας ἐπανένωσης τῶν διηρημένων Χριστιανῶν δέν χωρᾶ καμμία ἀντίληψη εὐχαριστιακῆς διακοινωνίας, ἡ λεγομένη Intercommunion, χωρίς τήν ὕπαρξη πρῶτα τῆς κοινωνίας στή πίστη, γιατί ἡ κοινή πίστη εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τή βάση τῆς ἴδιας τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδας». Μέ αὐτές τίς ἀρχές, ἡ Οἰκουμενική Κίνηση ἀποβλέπει στήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν καί ὄχι στήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν». Ἡ Οἰκουμενική Κίνηση ὑπηρετεῖ τήν ἀνεύρεση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, ὅπως βιώνεται στήν Ὀρθοδοξία, ὡς πίστη καί ἐλπίδα. Ἡ πνευματολογική χριστολογία τοῦ Νικολάου Νησιώτη, ἀποτελεῖ τήν θεολογική προϋπόθεση νοηματοδότησης τῆς ἴδιας τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ὡς ἔκφραση κοινωνίας καί ἐλευθερίας. Ἔτσι λοιπόν ἡ Οἰκουμενική Κίνηση γίνεται τό μέσον καί ὄχι σκοπός. Ἀποτελεῖ τή βάση τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, μέσα ἀπό τήν ὁποίαν προσβλέπει στήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, καί αὐτή ἡ ἑνότητα μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέσα ἀπό τόν διεκκλησιαστικό διάλογο σέ τοπικό ἐπίπεδο. Ἡ διαλεκτική αὐτή εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν «ἀνατολικός τρόπος τῆς θεολογίας σέ ἕναν δυτικό τόπο» καί ὁ κατεξοχήν τρόπος τῆς θεολογίας περί τῆς "ἱεραποστολῆς" τοῦ Νικολάου Νησιώτη, ἀλλά καί ὁ μόνος γνήσιος ὀρθόδοξος καί αὐθεντικός ἑλληνικός τρόπος διαλόγου, σέ ἀντίθεση πρός τόν δυτικό τρόπο τοῦ θεολογικῶς σκέπτεσθαι καί διαλέγεσθαι, ὁ ὁποῖος χαρακτηρί­ζεται ἀπό ἕναν μανιχαϊστικό δυαλισμό. Ὁ διαλεκτικός αὐτός τρόπος καί χαρακτήρας τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, γιά τόν Νικόλαο Νησιώτη, συνεπάγεται, ὅτι : α) Ἡ χριστιανική ἑνότητα ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά τήν ἑνότητα ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. β) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία φανερώνει τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τήν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐγκαθίδρυσε. γ) Ἡ ἐκκλησιολογική αὐτή αὐτοσυνειδησία τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ σώματος ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν πεποίθηση, ὅτι ἡ Ἐκκλησία παραμένει Μία καί Μοναδική, παρά τήν ὕπαρξη σχισμάτων, γιατί στήν ἴδια τήν φύση της εἶναι ὑπαρξιακά καί οὐσιαστικά Μία, Μοναδική καί Ἑνωμένη, ἐνῶ συγχρόνως ἐπιβεβαιώνεται ὅτι τήν αὐτοσυνειδησία της αὐτή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νά τήν ἐκφράσει μόνο μέσα ἀπό τόν Οἰκουμενικό Διάλογο καί μ’ αὐτήν τήν προοπτική μπορεῖ νά τόν προσεγγίσει καί μόνο. Αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό στοιχεῖο ἐκεῖνο, πού δίδει στόν χαρακτήρα της τήν ἔννοια μιᾶς "δυναμικῆς ἐκκλησιολογίας", καί . δ) Ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὡς μία κατάσταση δυναμική, χρειάζεται νά υἱοθετεῖ τά πολιτιστικά στοιχεῖα κάθε ἐποχῆς, προκειμένου νά ἐκφράσει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τήν ὁποίαν καί νοηματοδοτεῖ κάθε μορφή Πολιτισμοῦ.