Οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες παράγοντες εἰρήνης, καταλλαγῆς καί ἀλληλεγγύης-Ὁμιλία στό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Βρυξέλλες, 28 Μαΐου 2013)

Θά ἤθελανά ἐκφράσω τίς εὐχαριστίες μου γιά τήν τιμητική πρόσκληση,τήν ὁποίαν μοῦ ἀπευθύνατε νά μιλήσω ἐνώπιον ἑνός τόσο πολύ ὑψηλοῦ ἀκροατηρίου καί μάλιστα γιά ἕνα θέμα τόσο ἐπίκαιρο καί σημαντικό, τό ὁποῖο θά πρέπει νά ἀπασχολεῖ καί νά προβληματίζει ὄχι μόνο τόν θρησκευτικό καί ἐκκλησιαστικό χῶρο ἀλλά καί τούς ἐκπροσώπους τῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ πλέον οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες καλοῦνται νά ἀναλάβουν πρωταρχικό ρόλο στήν διαμόρφωση τοῦ νέου μοντέλου κοινωνίας, τόσο στόν εὐρωπαϊκό, ὅσο καί στόν παγκόσμιο χῶρο, καί συγχρόνως νά συμβάλλουν οὐσιαστικά στήν ἑδραίωση καί ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἀλληλεγγύης μεταξύ τῶν λαῶν καί μέσα στίς ἀνθρώπινες κοινωνίες.

1. Τό ἔτος 2013 συμπληρώνονται 1700 χρόνια ἀπό τήν ἔκδοση τοῦ "Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων" (313 μ.Χ.), μέ τό ὁποῖο πλέον στήν βυζαντινή αὐτοκρατορία ἔπαυσαν οἱ διωγμοί κατά τῶν χριστιανῶν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί συγχρόνως δόθηκε ἡ δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης ἔκφρασης κάθε θρησκευτικῆς πεποιθήσεως. Μέ τό παραπάνω "Διάταγμα" ἐφαρμόστηκε ἡ ἀρχή τῆς ἀνεξιθρη­σκείας καί τῆς ἀνεκτικότητας καί συγχρόνως ἡ κάθε μορφή θρησκευτικῆς ἔκφρασης μετετέθη ἀπό τόν ἰδιωτικό στό δημόσιο βίο.

Ἔτσι λοιπόν τό ἔτος 2013 πρέπει νά τιμηθεῖ ὄχι μόνον ὡς ἔτος πανανθρώπινης ἀλληλεγγύης καί μνήμης τοῦ γεγονότος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, γιά τήν ὁποίαν ἐργάζεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ἀλλά καί ὡς ἔτος προβληματισμοῦ, ἀφοῦ πλέον στήν εὐρωπαϊκή οἰκογένεια συνυφαίνονται οἱ μεταφυσικές πεποιθήσεις τῶν πολιτῶν τῆς Εὐρώπης μέ τίς ἀρχές καί τίς παραδόσεις πού ἔχουν οἱ διάφορες θρησκευτικές κοινότητες, δημιουργῶντας μέ τόν τρόπο αὐτό μία εὐρωπαϊκή θρησκευτική πολυμορφία καί συνείδηση. Ἡ θρησκευτική αὐτή πολυμορφία ὅμως, θέτει ὁρισμένα ζωτικῆς σημασίας ἐρωτήματα, τά ὁποῖα ἀνοίγουν καί πάλι τή συζήτηση σχετικά μέ τό δημόσιο ρόλο τῆς Θρησκείας καί τῆς Ἐκκλησίας στίς μοντέρνες κοινωνίες ἀλλά καί τή συμβολή τους στή διατήρηση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, ἀφοῦ ὡς γνωστόν δίνουν νόημα καί περιεχόμενο στή λειτουργία τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ἔχει κυρίως ἀνάγκη ἀπό τήν ἠθική καί τήν θρησκευτική νοηματοδότησή της.

Ἡ θετική συμβολή αὐτῆς τῆς κοινωνιολογικῆς θεώρησης τῆς Θρησκείας καί τῆς Ἐκκλησίας προσδίδει στίς ἴδιες τήν κοινωνική της διάσταση καί τή δυνατότητα νά ἐκδηλωθεῖ μέ ποικίλους τρόπους, ἀφοῦ πλέον ἡ δημόσια δράση ἤ ἡ συνεισφορά της δέν ἐμποδίζεται ἀλλά μᾶλλον προστατεύεται ἀπό τίς Διεθνεῖς καί Εὐρωπαϊκές Συμβάσεις καί Διακηρύξεις σχετικά μέ τά ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Ἐπιπλέον, μία ἀκόμη θετική κατανόηση τῆς Θρησκείας καί τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στήν ἀνοικτή ἀνθρώπινη κοινωνία, ἀποτελεῖ ἡ ὑπεράσπιση ἀπό μέρους της τῶν ἀρχῶν τῆς σύγχρονης δημοκρατικῆς κοινωνίας (ἀτομικά δικαιώματα, ἀνεκτικότητα, σεβασμός τοῦ ἄλλου), τῆς ἀποδοχῆς τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν καί τοῦ πλουραλισμοῦ καί τῆς συμβολῆς τους στήν ἐπίτευξη ὅλων τῶν ἀνωτέρω στά πλαίσια τῆς ἐλεύθερης δημιουργικότητας, ὡς κοινωνικοῦ καί πολιτιστικοῦ φορέα γιά τό σύνολο τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ζῶντας λοιπόν σέ μία πολυπολιτισμική κοινωνία εἶναι φυσικό νά βρεθοῦμε σέ μία συνύπαρξη μέ ἄτομα πού ἔχουν διαφορετική ἱστορία, παραδόσεις καί πολιτισμό, συγχρόνως ὅμως ἐπικοινωνοῦμε καί μέ μέλη μιᾶς διαφορετικῆς ἒκφρασης τῆς θρησκευτικότητας, τά ὁποῖα γεννήθηκαν ἔξω ἀπό τό δικό μας πολιτιστικό γίγνεσθαι καί ἐπιβίωσαν.

Ἐξαιτίας ὅμως αὐτῆς τῆς συνύπαρξης καί τῆς ἐπικοινωνίας πολλές φορές τίθεται σέ ἐπίπεδο θρησκευτικό ἤ ἐκκλησιαστικό τό ἐρώτημα κατά πόσο εἶναι δυνατόν, ἐφικτό ἤ ἀκόμη καί ἐπιτρεπτό νά προσεγγίζουμε ἤ καί νά διαλεγόμεθα μέ τούς «ἄλλους», τούς «ξένους», τούς «ἀλλόθρησκους» ἤ καί τούς «ἄπιστους».

Αὐτή ὅμως ἡ ἐξωστρεφής ἐπικοινωνία καί παρουσία τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν Θρησκειῶν δέν ἐμποδίζεται ἀπό τήν ὁποιαδήποτε θρησκευτική ἤ ὁμολογιακή διαφορά, ὅταν ὁ σκοπός τῆς ἐπικοινωνίας ἤ καί τῆς διαλεκτικῆς ἀνάπτυξης ἀναφέρεται σέ θέματα τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν τήν ἴδια τή ζωή καί δράση τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν καί ὄχι τῆς κοινωνίας τῶν Θρησκειῶν ἤ τῶν Ἐκκλησιῶν σέ ἐπίπεδο πίστης ἤ ὁμολογίας.

Ἡ διαλεκτική αὐτή εἶναι σημαντική, ἐπειδή δίδεται καί στή ἴδια τήν κοινωνία τῶν πολιτῶν ἡ δυνατότητα νά ἀξιολογήσει καί δημόσια πλέον τήν κάθε Θρησκεία, ὄχι μόνο ὡς πρός τήν αὐθεντικότητα καί τή γνησιότητα τοῦ λόγου της ἀλλά κυρίως ὡς πρός τήν ἀποτελεσματικότητα τῶν δράσεών της καί τῶν ἔργων της.

2. Μέ αὐτές τίς προοπτικές, ἡ συνάντηση τῶν Θρησκειῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν στήν κοινωνία δέν μπορεῖ νά προσφέρει κάτι ἄλλο, παρά μόνο θετικά συμπεράσματα, ἀφοῦ ὁ πολιτισμός κάθε λαοῦ διαχρονικά ἀποτελεῖ καί τό μέσο ἔκφρασης μεταξύ ἄλλων καί τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν πολιτῶν του.

Ἡ συνάντηση ὅμως ἤ ἡ συνύπαρξη τῶν λαῶν, κρατῶν καί ἐθνῶν, τόσο σέ ἐπίπεδο εὐρωπαϊκό, ὅσο καί παγκόσμιο, ἀπετέλεσε τή βάση ἐπαφῆς καί διαλόγου καί μεταξύ τῶν Θρησκειῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, χωρίς αὐτός ὁ διάλογος νά μετεξελλίσσεται σέ ἕναν διάλογο ὁμοιομορφίας, συγκρητισμοῦ ἤ ἀφομοιώσεως, ἀλλά ἀντίθετα σέ μία εἰλικρινή ἀνταλλαγή ἀπόψεων καί ἐμπειριῶν μεταξύ τῶν διαφορετικῶν πολιτισμῶν καί Θρησκειῶν σέ ζητήματα ἀποκλειστικά καί μόνον πανανθρώπινου ἐνδιαφέρον­τος. Αὐτή ἡ συνάντηση ὁδηγεῖ καί στήν ἀνάπτυξη μιᾶς συλλογικῆς δράσης καί συνεργασίας γιά ἕνα καλύτερο αὔριο, δικό μας ἀλλά καί τῶν ἐπερχομένων γενεῶν.

Γιά τήν πραγμάτωση ὅμως ὅλων αὐτῶν, χρειάζεται νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τό φοβικό σύνδρομο τῆς θρησκευτικῆς πραγματικότητας καί νά ὁδηγηθοῦμε σέ ἕναν διάλογο ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Θρησκειῶν τῶν Ἐκκλησιῶν ἀλλά καί μεταξύ αὐτῶν μέ τήν κοινωνία.

Ἀπαιτεῖται δηλαδή νά ἀντισταθοῦμε ἔστω καί ἐπώδυνα σέ ὅλα ἐκεῖνα τά κοινωνικά καί θρησκευτικά μορφώματα, πού συνηθίσαμε μέχρι σήμερα νά μᾶς προβάλλουν, καί νά ἀπαγκιστρωθοῦμε ἀπό τούς φόβους, τούς μύθους καί τίς συμπλεγματικές ἀβεβαιότητές μας. Ὅλα αὐτά, κατά τό παρελθόν ἔδωσαν στίς Θρησκεῖες καί στίς Ἐκκλησίας τό προσωπεῖο τοῦ φονταμενταλισμοῦ, τό ὁποῖο σκιάζει τό ἐκσυγχρονιστικό στοιχεῖο τοῦ λόγου τους καί ἐπιστηρίζει τό σύνδρομο τῆς μοναδικότητας καί τῆς ἀποκλειστικότητας τῆς «μιᾶς» Θρησκείας ἢ Ἐκκλησίας, ἔναντι τῆς ἄλλης, ἐνῶ ἐπικαλύπτεται πολλές φορές καί μέ τόν μανδύα τοῦ νεοσυντη­ρη­τι­σμοῦ. Τό ἀποτέλεσμα; Δόθηκε χῶρος σέ θρησκευτικούς ‹‹ἡγέτες›› νά ἐμφανι­σθοῦν καί νά δράσουν ὡς αὐτόκλητοι σωτῆρες, ἐνῶ συχρόνος ἐνισχύθηκε καί ἡ ἐσωστρέ­φεια, ὡς ὁ ἀντίποδας τῶν συνεργασιῶν καί τῆς συναδέλφωσης, μέ διακριτά χαρακτηριστικά τήν προβολή τῆς διαφορετικότητας καί μόνον.

Τί συνεπάγονται ὅλα αὐτά στήν σχέση Θρησκείας, Ἐκκλησίας καί Κοινωνίας, δημόσιου χώρου καί θρησκευτικότητας ; Ἄς θυμηθοῦμε μόνο τά παγκοσμίως γνωστά καί τραγικά γεγονότα τῆς 11ης Σεπτεμβρίου καί ὅ,τι ἀκολούθησε αὐτά.

3. Ἡ ἀπάντηση στό παραπάνω ἐρώτημα δίδεται μόνο μέσα ἀπό τήν ἀνάπτυξη καί ἑδραίωση τῆς διαλεκτικῆς. Οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες θά μπορέσουν νά βοηθή­σουν τίς πολυπολιτι­σμικές κοινωνίες νά κατανοήσουν τό ποιοτικότε­ρο τῆς ζωῆς καί νά προλάβουν ἔγκαιρα τήν ἐμφάνιση φαινομένων βίας, ἐκφρά­σεως μισαλλοδο­ξίας, δογματισμοῦ, φονταμενταλισμοῦ, κοινωνικοῦ φανατι­σμοῦ, μόνον ὅταν ἡ ἀλήθεια πού ἐκφράζουν καί πρεσβεύουν ἀναδειχθεῖ μέσα ἀπό τή δυναμική τῆς διαλεκτικότητας, καί στά πλαίσια τῆς κοινωνίας.

Μόνον ὁ διάλογος τῶν πολιτισμῶν, τῶν κοινωνιῶν καί τῶν Θρησκειῶν μπορεῖ νά προάγει τόν ἀμοιβαῖο σεβασμό, τήν εἰρηνική συμβίω­ση, τήν ἀνοχή τοῦ διαφορετικοῦ, τήν εἰρήνη, τή συνύπαρξη, τή δικαιοσύνη καί τόν πλουραλισμό, δίδοντας στίς μέν κοινωνίες τό στοιχεῖο πρόσβασης πρός μία διαρκῆ νεωτερικότητα μακριά ἀπό κρίσεις πολιτισμικῆς ταυτότη­τας, στίς δέ Θρησκεῖες καί στίς Ἐκκλησίες τή δυνατότητα νά νοηματοδοτήσουν, μέ σεβασμό στήν διαφορετικότητα, τήν ἀνάδειξη τῶν στοιχείων ἐκείνων, μέσα ἀπό τά ὁποῖα δίδονται τά περιθώρια τῆς δράσης καί τῆς ἀντίδρασης, τῆς δόσης καί τῆς ἀντίδοσης, τῆς μετάδοσης καί τῆς λήψης, ἀφοῦ ἡ πρακτική ἐφαρμογή τοῦ διαλόγου στηρίζεται πάντοτε στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου πού δίνει καί τοῦ ἀνθρώπου πού δέχεται ἤ τοῦ πολιτισμοῦ πού προσφέρεται «διακονικά» καί τοῦ πολιτισμοῦ πού λειτουργεῖ «μεταμορφωτικά».

Μέσα ἀπό αὐτήν λοιπόν τήν διαλεκτική διαδικασία τό ἀξιο­λογικό ἐρώτημα πλέον δέν εἶναι ποιός Πολιτισμός, ποιά Ἐκκλησία ἤ ποιά Θρησκεία εἶναι ὀρθή στό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ἀλλά πῶς καί ποιές λύσεις μποροῦν νά προταθοῦν ἔμπρακτα στό ἀδιέξοδο τῶν σημερινῶν σχέσεων μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἀλλά καί μεταξύ τῶν πολιτισμῶν καί τῶν Θρησκειῶν, μέσα ἀπό τή διαλεκτική μέ τήν ἴδια τήν κοινωνία.

Μέ τό περιεχόμενο καί τή σκοποθεσία αὐτῆς τῆς μορφῆς τῆς διαλεκτικῆς διαδικασίας αἵρεται τό σύνδρομο τῆς μοναδικότητας καί τῆς ἀποκλειστικότητας, τῆς ἐπιβολῆς τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς πλειοψηφίας ἔναντι τῶν ἄλλων, τῆς ἀφομοίωσης ἤ καί τοῦ συγκρητισμοῦ.

Ἀπώτερος σκοπός αὐτοῦ τοῦ πο­λυ­πο­λι­τισμικοῦ διαλόγου εἶναι : α) Ὁ προσδιορισμός τοῦ πλησίον, ἀνεξαρτήτως θρησκευτικότητας, πολιτικῆς πεποιθήσεως ἤ ἐθνικῆς προελεύσεως. β) Ἡ χωρίς προϋ­πο­θέσεις προσφορά ἀλληλεγγύης καί ἔμπρακτης ἀγάπης πρός τίς ἀνάγκες αὐτοῦ, καί γ) Ἡ θεμελίωση δίκαιων καί ἀνθρωπίνων σχέσεων ἐντός τῶν πλαισίων λειτουρ­γίας τῶν κοινωνικῶν δομῶν. Μία διαδικα­σία, μέ τήν ὁποίαν ἀναδεικνύεται ἡ θετική καί ἡ οὐσιαστική συμβολή τῆς θρησκευτικότητας στή συγκρότηση καί διατή­ρη­ση τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς, μέ τήν νοηματοδότηση τῆς πολιτισμικῆς ἀλληλοπερι­χώ­ρη­σης, στά πλαίσια μάλιστα διατήρησης τῆς διαφορετικότητας μέσα στό ἴδιο κοινωνικό γίγνεσθαι.

4. Ὃμως οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες, σ΄αὐτή τή διαδικασία τοῦ διαλόγου, θά πρέπει νά προσέλθουν μέ διάθεση ἔντο­νης αὐτοκριτικῆς καί παραγωγικῆς συνδιαλλαγῆς. Μέ τίς δύο αὐτές προϋπο­θέ­σεις θά μπορέσουν νά ὑπερβοῦν τό "χάσμα τῆς ἀδράνειας" καί θά ὁδηγηθοῦν στό "πλουραλιστικό βίωμα", μέσα ἀπό τό ὁποῖο θά ἀναδείξουν τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τοῦ λόγου τους, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν ἀνθρώπινη κοινωνία καί μέ τά ὁποῖα θά ἐπιβεβαιώσουν ἔμπρακτα τήν ἀποτελεσμα­τικό­τητα τῶν παρεμβάσεών τους.

Ἀπαιτεῖται λοιπόν μία ἐσωτερική αὐτοκριτική καί μία εἰλικρινής μετάνοια, στοιχεῖα τά ὁποῖα σηματοδοτοῦν τήν ἀναθεώρηση πολλῶν προσωπικῶν ἀντιλήψεων, νοοτροπιῶν καί πρακτικῶν, ἐνῶ συγχρόνως ἀποτελοῦν καί τήν προϋπόθεση μιᾶς σειρᾶς ἀλλαγῶν σέ θεσμικό ἐπίπεδο, προκειμένου νά ἑδραιωθεῖ αὐτή ἡ μορφή τοῦ διαλόγου καί νά ἀποφευχθεῖ ὁ κίνδυνος δημιουργίας ἤ ἵδρυσης μιᾶς «νέας» θρησκείας, μέ τήν μετατροπή τοῦ θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ σέ θρησκευτικό μονισμό ἤ μέ στοιχεῖα συγκρητιστικά. Μόνο μέσα ἀπό αὐτή τή μορφή τοῦ διαλόγου μπορεῖ νά μήν σχετικοποιηθεῖ ἡ "Ἀλήθεια" καί νά ἀναδειχθεῖ ὁ συνδυασμός τῆς πιστότητας ὂχι μόνο μέ τήν ἀνεκτότητα ἀλλά καί μέ τήν ἀνοικτότητα, ἀφοῦ μέ τόν διάλογο αὐτόν γίνεται ἕνα βῆμα πέραν ἀπό τήν ἀνοχή καί ὁδηγούμεθα στήν ἀναγνώριση τοῦ ἄλλου, τοῦ διαφορετικοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ὄχι ἁπλῶς μόνο γιά νά ὑπάρχει-αὐτό εἶναι τό νόημα τῆς ἀνοχῆς-ἀλλά ὡς τό πρόσωπο ἐκεῖνο, τό ὁποῖο πού ἔχει κάτι νά μοῦ πεῖ, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀκούσω πολύ σοβαρά, νά τό συσχετίσω μέ τίς δικές μου ἰδέες, νά τό κρίνω ὑπό τό φῶς αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἤ καί νά τό υἱοθετήσω ἀκόμη.

Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἀναφέρουμε, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀνεκτικότητας καί τῆς ἀνοχῆς καί μόνον δέν εἶναι μόνο ἀνεπαρκής ἀλλά στό βάθος της εἶναι καί ἀρνητική, γιατί ὑποδηλώνει ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς πού ταπεινώνει τόν ἄλλο, τόν διαφορετικό, αὐτόν πού δέν συμφωνεῖ μαζί μας, καί συγχρόνως ταυτίζεται κατ’ ἀνάγκην μέ μία πλειονότητα πού "ἀνέχεται" τή μειονότητα. Αὐτή ἡ ἀντίληψη τῆς ἀνοχῆς δυστυχῶς ἰσχύει ἀκόμη καί στό θρησκευτικό πεδίο κάθε μειονότητας, ὃπου ὁ ἄλλος εἶναι ἁπλᾶ "ἀνεκτός" καί μέρος τοῦ εὐρύτερου πολιτιστικοῦ πλαισίου, μέσα στό ὁποῖο ζοῦμε.

5. Ἀλλά τί εἶναι αὐτό πού ὁ ἄλλος θά μοῦ ἐκφράσει σέ ἕνα διάλογο αὐτοῦ τοῦ τύπου;

Ὡς γνωστόν σ΄ἓνα διάλογο δέν χρειάζονται μόνο συνομιλητές, ἀλλά καί ἕνα θέμα.

Τί θά ποῦν λοιπόν οἱ συνομιλητές πού θά ἐμπλακοῦν σέ ἕνα τέτοιο διάλογο;

Θά μιλήσουν γιά τήν πολιτική καί γιά τό ρόλο τῆς Θρησκείας καί τῆς Ἐκκλησίας στίς διάφορες ἐθνικές καί ἄλλες συγκρούσεις ἀνά τόν κόσμο;

Εἶναι ἀμφίβολο ἄν θά μπορούσαμε νά προσεγγίσουμε ἐποικοδομητικά ἕνα τέτοιο θέμα. Aὐτό ἴσως ἀποτελέσει τήν εὐκαιρία γιά κάποιους ἄλλους, κυρίως τούς πολιτικούς. Τό ἀποτέλεσμα ἑνός τέτοιου διαλόγου πολύ πιθανόν θά εἶναι ἀρνητικό. Γι’ αὐτό τό λόγο ὁ διάλογος μέ τίς Θρησκεῖες καί τίς Ἐκκλησίες, γιά τόν ὁποῖο συζητοῦμε ἐδῶ, θά πρέπει νά ἔχει μιά διαφορετική θεματολογία. Θά πρέπει νά μᾶς θέσει ἐνώπιον τῶν ἔντονων ζητημάτων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας καί τῶν πολιτισμῶν ἀλλά καί τοῦ ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπιβίωση. Καθώς βρισκόμαστε στήν τρίτη χιλιετία τό τέλος τῶν ἰδεολογιῶν ἐγγύζει, ὁ μηδενισμός τείνει νά κυριαρχήσει ὡς ἀξία καί μέτρο ζωῆς στά ὅρια τῆς καθημερινότητας, τό οἰκολογικό πρόβλημα ἀποτελεῖ ὁρατή ἀπειλή, ἡ παγκοσμιοποίηση μαζικοποιεῖ τήν κοινωνία καί καταστρατηγεῖ τήν ἰδιοπροσωπία, τό μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἀλλά καί τῶν λαῶν, καί ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μία ἰδεολοποίηση τῆς θρησκευτικότητας, ἡ ὁποία τελικά καταλήγει σέ ἀκραῖες ἐπιλογές τρομοκρατίας, νεοναζισμοῦ, καταστροφικῶν σεκτῶν μέ λατρευτικές ἐκδηλώσεις. Τόν τελευταῖο μάλιστα καιρό ὅλα αὐτά προκάλεσαν καί τήν οἰκονομική κρίση, ὡς ἀπότοκο τῆς ἠθικῆς, μέσα ἀπό τήν ὁποία ἐξυπηρετοῦνται ἰδιοτέλειες ἐπικυριαρχίας ἐπί τῶν λαῶν.

Ὅμως τό θρησκευτικό γεγονός δέν ὑπάρχει μόνο για τήν αὐτοκαταξιωσή του. Οἱ Θρησκείες καί οἱ Ἐκκλησίες ὑπάρχουν γιά τούς ἀνθρώπους καί περιγράφουν τή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό, τό συνάνθρωπο καί τήν κτίση. Οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες πρέπει νά ἀντιμετωπίσουν τίς προκλήσεις τῶν καιρῶν μας, καταθέτοντας προτάσεις πού ἔχουν ζωτική σημασία γιά τούς ἀνθρώπους, τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες καί τόν τρόπο συμβίωσης τῶν ἀνθρώπων, στά πλαίσια λειτουργίας καί δράσης τοῦ πολιτιστικοῦ γεγονότος.

6. Δυστυχῶς ὅμως καί ὁ διάλογος αὐτός, ὅπως καί οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες, περνᾶ τήν δική του ἀμφισβήτηση, γιατί οἱ ἐκφραστές τῆς νεωτερικότητας ἔθεσαν ἐνστικτωδῶς τίς Θρησκεῖες καί τίς Ἐκκλησίες στό κοινωνικό περιθώριο, ἀφήνοντας ὡστόσο στόν καθένα ξεχωριστά χῶρο ἐλεύθερης δράσης, σύμφωνα μέ τήν ἀτομική του βούληση καί θέληση. Ἔδωσαν τήν δυνατότητα στούς ἀνθρώπους νά θρη­σκεύουν καί νά πιστεύουν ὅ,τι αὐτοί ἐλεύθερα ἐπιθυμοῦν, ἀρκεῖ νά παραμείνουν ἐντός τῶν ‹‹συνταγματικῶν›› ὁρίων τῆς μή ἄσκησης τοῦ προσηλυτισμοῦ, καί τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Ἔτσι ἡ Θρησκευτικότητα ἀπό κοινωνικό γεγονός, πού ἀφοροῦσε ἕνα σύνολο ἀνθρώπων στή δημόσια ζωή, μετατράπηκε σέ ἀτομική ὑπόθεση τοῦ κάθε πολίτη. Ἡ ἐξατομίκευση αὐτή τοῦ θρησκευτικοῦ γεγονότος εἶχε ὡς τραγική συνέπεια τόν πολιτιστικό καί θρησκευτικό ἀπο­χρω­ματισμό τῶν λαῶν, ἐνῶ ἡ νεωτερική ἀξίωση γιά οἰκοδόμηση τῆς κοινω­νικῆς εἰρήνης καί δικαιοσύνης, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θρησκευτικότητα, ὁδήγη­σε στά σύγχρονα θρησκευτι­κά καί κατ’ ἐπέκταση κοινωνικά ἀδιέξοδα.

Ἐπιπλέον σ’ αὐτή τήν ἐξελικτική κοινωνική διαδικασία οἱ εἰσηγητές τῆς μετα-νεωτερικότητας διέκριναν στόν σύγχρονο ἄνθρωπο ὁρισμένα κενά πνευματικῆς χροιᾶς, τά ὁποῖα δέν μπόρεσαν νά τά καλύψουν μέ τήν τεχνολογική καί τήν ἐπιστημονική ἀνάπτυξη, γι’ αὐτό καί ἕνα σεβαστό ποσοστό τοῦ δυτικοῦ κόσμου ἐγκατέλειψε τή θεσμική δράση, τή διδασκαλία καί τήν πολιτιστική διάσταση τῶν Θρησκειῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν. Οἱ ἀρχές δικαίου πού κυριάρχησαν, μέσα ἀπό τήν προβολή τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, δημιούργησαν τήν ἐλπίδα ὅτι αὐτές καί μόνον θά ἔδιναν τίς ποθούμενες λύσεις στά προβλήματα τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτή ὅμως ἡ ‹‹δικαιϊκή›› κυριαρχία περιόρισε, ὅσο περισσότερο μποροῦσε τόν παράγοντα ‹‹Θρησκεία››, ἡ ὁποία κατανοεῖ πλέον τό ρόλο της ὡς ἕνα γεγονός ἀτομικό, ἐνῶ λειτούργησε ὡς αἰτία μίσους, πολέμων, φανατισμοῦ καί καταστροφῆς μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ὡς ἕνα σημεῖο, αὐτή ἡ ἐξέλιξη ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό ἀποτέλεσμα.

Ὁ μονομερής περιορισμός καί ἀπομονωτισμός τῆς Θρησκείας βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ τήν πολλαπλότητα καί τή πολυτισμικότητα, δημιουργῶντας μέ τόν τρόπο αὐτό ἕναν πολιτιστικό καί θρησκευτικό ἀποχρωμα­τισμό, τόν ὁποῖο ἦρθε νά ἀντικαταστήσει τό φαινόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ φοντα­μεντα­λισμοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συντηρητισμοῦ. Ὅμως αὐτή ἦταν ἡ μία πλευρά ἀνάγνωσης τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας. Ἡ ἄλλη πλευρά τῆς θρησκευτικῆς παρουσίας στήν ἐξέλιξη τῶν λαῶν ἦταν ἐκείνη τῆς γόνιμης δημιουργίας μέσα ἀπό τό πολι­τιστικό δυναμικό της.

Ἔτσι ἄν καί τά δύο αὐτά φαινόμενα ἐμφανίστηκαν ἀκριβῶς ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης ἑνός οὐσιαστικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν θρησκευτικῶν πολιτισμῶν καί παραδόσεων, φαίνεται ὅτι στό βάθος λειτούργησαν θετικά γιά τίς ἲδιες Θρησκεῖες καί τίς Ἐκκλησίες καθεαυτές, καθώς τίς προκάλεσε νά ἀναζητήσουν ἐκ νέου καί νά ἐπανερμηνεύσουν τίς θρησκευτικές τους πεποιθήσεις μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἀπό κοινότητες ἀπόλυτου χαρακτῆρα νά μετατραποῦν σέ κοινότητες ἀλληλεγγύης, εἰρήνης, ἀμοιβαίου σεβασμοῦ καί καταλλαγῆς, παρά τίς ἀνυπέρβλητες διαφορές τους, καί νά κατανοήσουν ὅτι ὅλα αὐτά καλλιεργοῦνται μόνο μέσα ἀπό τόν διαθρησκειακό διάλογο, μέ τόν ὁποῖον δέν ἐπιδιώκεται ἡ ἀπόλυτη ἕνωση, πρᾶγμα πού τίς περισσότερες φορές διαφαίνεται ὡς ἀδύνατον, ἀλλά ἡ εἰρηνική συνύπαρξη καί συνεννόηση μεταξύ τῶν κοινοτήτων, μέσα δηλαδή ἀπό τήν ἐλεύθερη ἔκφραση τῶν βιωμάτων καί τῶν ἐμπειριῶν τους.

Ἡ ὑποδειγματική αὐτή πρακτική τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου τελικά ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ὁ μόνος παράγοντας πού θεμελιώνει τή συνεργασία μεταξύ τῶν διαφορετικῶν Θρησκειῶν καί Ἐκκλησιῶν, ἀπωθώντας στό περιθώριο τίς ἱστορικές τραυματικές ἐμπειρίες τοῦ παρελθόντος (θρησκευτικοί πόλεμοι, σταυροφορίες) καί συγχρόνως ἐπιβεβαιώνει τόσο τήν ἀναγκαιότητά του ὅσο καί τήν ἀποτελεσματικότητά του. Κάτω ἀπό αὐτή τήν προοπτική ἡ κατανόηση τοῦ πολίτου ὡς πιστοῦ καί ἡ μετακενωτική κατανόηση τοῦ περιεχομένου τῆς ταυτότητάς του ὡς πολίτου, νομίζω ὅτι βοηθᾶ ἀρκετά πρός τήν κατεύθυνση αὐτῆς τῆς γόνιμης διαλεκτικῆς.

7. Οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες τελικά μόνον τότε καθίστανται οἱ ἀδιαμφισβήτητοι καί οἱ ἰσχυρότεροι ἀλλά καί οἱ πλέον πειστικοί παράγοντες μέσα στόν κόσμο, ὅταν δέν περιορίζονται μόνον στήν σφαίρα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς ἀλλά διαδραματίζουν σπουδαῖο ρόλο ὡς μοχλός κοινωνικῆς καί θεσμικῆς κινητοποίησης σέ πολλά ἐπίπεδα.

«Στό χέρι τῶν Θρησκειῶν εἶναι λοιπόν εἴτε νά αὐξήσουν τόν πόνο πού ζεῖ ὁ κόσμος, εἴτε νά συμβάλουν στήν θεραπεία τῶν δεινῶν», τό δεύτερο εἶναι δυνατόν νά καταστεῖ ἐφικτό μόνο μέσα ἀπό τόν διάλογο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ «δῶρον Θεοῦ».

Οἱ Θρησκεῖες λοιπόν καί οἱ Ἐκκλησίες τοῦ διαλόγου, τῆς εἰρηνικῆς συμβίωσης, τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς εἰλικρινοῦς θρησκευτικότη­τας, καί ὄχι τῆς ὑποκριτικῆς θρησκειοληψίας, μέ κέντρο τόν ἄνθρωπο καί τίς κοινωνίες τῶν πολιτῶν, πρέπει νά ἀναζητήσουν, ὥστε νά βροῦν τήν θέση πού τούς ἀξίζει στήν παγκόσμια οἰκογένεια, αὐτό ὅμως προϋποθέτει καί ἀπαιτεῖ τόν καθορισμό τῆς θέσης πού τούς ἀξίζει σέ κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία καί σέ κάθε ἔκφραση πολιτισμική. Τά τελευταῖα γεγονότα στο χῶρο τῆς Μέσης Ἀνατολής, θεωρούμενα ὑπό τήν προοπτική τῆς θρησκευτικότητας, ἐπιβεβαιώνουν αὐτήν τήν ἀπαίτηση. Βέβαια ἡ διαλεκτική αὐτή μορφή συνεργασίας τῶν Θρησκειῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, σέ ἐπίπεδο τοπικό καί στά πολιτιστικά πλαίσια κάθε χώρας, θά πρέπει νά λειτουργεῖ προληπτικά καί ὂχι θεραπευτικά καί εὐχητικά, καί μάλιστα ἐκ τῶν ὑστέρων καί ἔξωθεν. Ἓναν τέτοιον διάλογο ὑποστηρίζει καί ἡ Εὑρωπαϊκή Ἓνωση, ὡς μία ἀπό τίς θεμελιώδεις καί καταστατικές ἀρχές της. (βλ. ἃρθρον 17 Συνθήκη τῆς Λισσαβῶνας).

Μέ τόν τρόπο αὐτό καί μόνο θά μπορέσουν τελικά νά καταστοῦν οἱ Θρησκεῖες καί οἱ Ἐκκλησίες παράγοντες εἰρήνης, καταλλαγῆς, ἀλληλεγγύης καί κοινωνικῆς συνοχῆς, ὅταν «ὁ θάνατος παύσει πλέον νά καθορίζει τά οὐσιώδη τοῦ βίου».