Επισκοπές στην Μεσσηνία
Όπως και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο η χριστιανική πίστη διαδόθηκε και στην Μεσσηνία μέσω της Εκκλησίας των Πατρών, την οποία ίδρυσε ο Απόστολος Ανδρέας και της Κορίνθου, την οποία ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος.
Επειδή από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρχε επικοινωνία μέσω θαλάσσης των Κρητών με τους κατοίκους της Μεσσηνίας, πιθανόν είναι οι Μεσσήνιοι να έγιναν μέλη της Εκκλησίας του Χριστού με την παρουσία Αποστόλων προερχομένων από την Κρήτη τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Εικάζεται ότι στην Κορώνη κήρυξαν την χριστιανική πίστη οι Απόστολοι Ονησίφορος ή Επαφρόδιτος ή Καίσαρ.
Η ίδρυση εκκλησιαστικών κοινοτήτων στην Μεσσηνία μαρτυρείται από την ύπαρξη κατακομβών με το όνομα Άγιος Ονούφριος στην περιοχή της Μεθώνης, προ του 4ου αιώνα. Τον 5ο και τον 7ο αιώνα υπήρξαν παλαιοχριστιανικές βασιλικές στην περιοχή της αρχαίας Μεσσήνης. Επίσης στις αρχές του 6ου αιώνα υπάρχει λίθινη σφραγίδα ευχαριστιακών άρτων στην περιοχή Κρεμμύδια Πυλίας.
Στα όρια της σημερινής Μητροπόλεως Μεσσηνίας λειτούργησαν οι Επισκοπές, Μεσσήνης με έδρα την αρχαία Μεσσήνη μετέπειτα Νησίον, Μεθώνης και Νεοκάστρου με έδρα την Μεθώνη, Κορώνης με έδρα την Κορώνη και Ανδρούσης με έδρα την Ανδρούσα.
Επισκοπές στην Μεσσηνία μαρτυρούνται από τις αρχές του 4ου αιώνα με την υπαγόμενη στην Μητρόπολη Κορίνθου Επισκοπή Μεθώνης. Το έτος 343 ο Επίσκοπος Μεθώνης Τυχικός συμμετέχει στην Σύνοδο της Σαρδικής.
Το έτος 431 στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο συμμετέχει ο Επίσκοπος Κορωναίων Αγαθοκλής. Ο Μεσσήνης Ιωάννης έλαβε μέρος στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο το έτος 451. Σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το έτος 459 συμμετείχε ο Επίσκοπος Κορώνης Αφόβιος.
Ο Επίσκοπος Μεσσήνης Φίλλιπος έλαβε μέρος σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το έτος 879. Ο Άγιος Αθανάσιος Επίσκοπος Μεθώνης έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το έτος 879. Ο Επίσκοπος Μεσσήνης Ιωάννης έλαβε μέρος σε Σύνοδο το έτος 1147. Περί τα μέσα του 12ου αιώνα ποιμαίνει την Επισκοπή Μεθώνης ο Επίσκοπος Νικόλαος, βαθύς γνώστης της θεολογικής και της φιλοσοφικής παιδείας. Το έτος 1317 η Επισκοπή Μεσσήνης ποιμαίνεται από τον Επίσκοπο Μαλαχία.
Στις αρχές του 13ου αιώνα Επίσκοπος στην Κορώνη είναι ο Αθανάσιος. Ο Ιωσήφ Κονταράτος το έτος 1439 είναι Επίσκοπος Μεθώνης. Στην Μεθώνη περί τα τέλη του 16ο αιώνα συναντάται ο Επίσκοπος Παρθένιος Ψωμάς. Τα έτη 1570-1580 την Επισκοπή Ανδρούσης ποιμαίνει ο Επίσκοπος Παρθένιος. Το έτος 1687 διορίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Επίσκοπος Ανδρούσης ο Αρσένιος. Περί το έτος 1716 απαντάται στην Κορώνη ο Επίσκοπος Ευθύμιος. Περί το έτος 1734 μέχρι το έτος 1753 την Επισκοπή Ανδρούσης ποιμαίνει ο Θεοδόσιος.
Από το έτος 1753 μέχρι το έτος 1756 Επίσκοπος Ανδρούσης είναι ο εκ Νησίου Μεσσήνης καταγόμενος Νικηφόρος. Τα έτη 1769 και 1780 αναφέρεται ο Επίσκοπος Ανδρούσης Δανιήλ. Το έτος 1806 ο Επίσκοπος Ανδρούσης Κωνστάντιος παραιτήθηκε και την Επισκοπή ανέλαβε ο Ιωσήφ Νικολάου μέχρι το έτος 1833, όταν και η Επισκοπή συγχωνεύθηκε με την Επισκοπή Μεσσήνης.
Τελευταίος Επίσκοπος Κορώνης είναι ο Εθνομάρτυρας Γρηγόριος Μπίστης ο από Γρεβενών, Αμισού και Καλλιουπόλεως από το έτος 1808 έως 25 Μαρτίου 1821, όταν και βρήκε τραγικό θάνατο βασανισθείς αγρίως από τους Τούρκους και ριφθείς ζωντανός από το Κάστρο της Κορώνης. Το 1833 η Επισκοπή Κορώνης συγχωνεύθηκε με την Επισκοπή Μεσσήνης.
Επίσκοπος Μεθώνης και Νεοκάστρου από το 1816 έως 25 Οκτωβρίου 1825, όταν και μαρτύρησε τραυματισμένος και φυλακισμένος απο τους Τούρκους, είναι ο Εθνομάρτυρας Γρηγόριος Παπαθεοδώρου, αρχηγός μεγάλου στρατιωτικού σώματος, φιλικός, πληρεξούσιος βουλευτής στις Εθνοσυνελεύσεις, Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Βουλής. Τελευταίος Επίσκοπος Μεθώνης ήταν ο πρώην Σηλυβρίας Μακάριος Σούτσος μέχρι 29 Δεκεμβρίου 1836 όταν και συνεχωνεύθη η Επισκοπή Μεθώνης με την Επισκοπή Μεσσήνης. Πρώτος Επίσκοπος Μεσσήνης απο τό έτος 1833 μέχρι το έτος 1844, υπήρξε ο Ιωσήφ Νικολάου. Φιλικός, φυλακίστηκε από τους Τούρκους στην Τρίπολη το 1821. Εξήλθε από την φυλακή ημιθανής, διετέλεσε μινίστρος Θρησκείας και μινίστρος Δικαίου του άρτι απελευθερωθέντος ελληνικού λαού.
Μητρόπολις Μονεμβασίας και Καλαμάτας και
μετέπειτα Μητρόπολη Μεσσηνίας
Μετά από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 και την εκδίωξη των Φράγκων κατακτητών από την Πελοπόννησο η ισχύς της Μονεμβασίας επεκτάθηκε στον μεσσηνιακό χώρο και υπήχθησαν στην δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μονεμβασίας η περιοχή της Καλαμάτας και οι μεσσηνιακές Επισκοπές.
Περί τον ΙΔ’ αιώνα η περιοχή της Καλαμάτας υπήχθη κατευθείαν στην Μητρόπολη Μονεμβασίας. Τα έτη 1612-1621 ο Μητροπολίτης Ιερεμίας εγκαταστάθηκε στην Κορώνη και στην Καλαμάτα, γιατί η Μονεμβασία δεν είχε την δυνατότητα συντηρήσεώς του. Ο Μητροπολίτης Νεόφυτος το έτος 1632 έπεισε το Πατριαρχείο και του παρεχώρησε την Καλαμάτα και κάποια χωριά. Στο πρώτο ήμισυ του αρχές του ΙΖ’ αιώνα επί πατριαρχείας Κυρίλλου Α’ του Λουκάρεως, η Καλαμάτα με όλη την ανήκουσα σε αυτήν περιοχή, αναγνωρίστηκε ως ενοριακό χωριό της Μητροπόλεως Μονεμβασίας και ο Μητροπολίτης Νεόφυτος με πατριαρχικό σιγίλλιο ανακηρύχθηκε κανονικός Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας.
Το έτος 1647 υπέταξε στην Μητρόπολή του την Επισκοπή Πλάτσης και την περιοχή της Μάνης από Ανδρούβιτσα έως Κελεφά. Το έτος 1699 εποχή της βενετοκρατίας ο Μητροπολίτης Γρηγόριος διαμένει στην Καλαμάτα. Το έτος 1732 ο Μητροπολίτης Νικηφόρος αγόρασε δύο οικίες στην Καλαμάτα, τις επισκεύασε και τις έκανε κατοικία του, επειδή εκεί διέμεναν απο καιρό οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας και Καλαμάτας. Ο ίδιος Μητροπολίτης κτίζει στην Καλαμάτα σπίτια για να κατοικούν χωρίς πληρωμή οι πτωχοί χριστιανοί. Ο Μητροπολίτης Άνθιμος το έτος 1755 ανήγειρε στην Καλαμάτα νέα κατοικία για να χρησιμεύσει ως Μητρόπολη. Λόγιος, συνδέθηκε φιλικά με την αρχοντική οικογένεια των Μπενάκηδων και αναμείχθηκε ενεργά στην εξέγερση κατά των Τούρκων το 1770.
Το έτος 1776 εξελέγη Μητροπολίτης ο Ιγνάτιος Τζαμπλάκος. Κατοικεί μόνιμα στην Καλαμάτα και ως γόνος πλούσιας οικογενείας ενισχύει οικονομικά αρκετά μοναστήρια και σχολεία στην Καλαμάτα και στην Μονεμβασία, τους πτωχούς και απόρους της επαρχίας του και τέλος δωρίζει άμφιά του, σκεύη και επίπλωση στην Μητρόπολη.
Τον Ιούνιο του έτους 1801 εξελέγη Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας ο Εθνομάρτυρας Χρύσανθος Παγώνης. Υπήρξε συνετός και αυστηρός Αρχιερεύς με διπλωματικές ικανότητες, τις οποίες αξιοποίησε για την ανάκτηση εκκλησιαστικής περιουσίας που είχαν καταπατήσει οι Τούρκοι. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1819, της οποίας υπήρξε και Έφορός της.
Τον Μάρτιο του 1821 για το συμφέρον της σχεδιαζόμενης Επαναστάσεως μετέβη στην Τριπολιτζά, επειδή η τουρκική διοίκηση κάλεσε τους Αρχιερείς και τους προύχοντες της Πελοποννησου, φυλακίστηκε και μετά από φρικτὰ βασανιστήρια εκοιμήθη μαρτυρικά στις 20 Σεπτεμβρίου 1821. Ο Χρύσανθος υπήρξε ο τελευταίος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Καλαμάτας.
Μετά το 1833 η Μεσσηνία θα διατηρήσει τις Επισκοπές της και το 1833 ο από Ανδρούσης Ιωσήφ Νικολάου θα οριστεί Επίσκοπος Μεσσήνης με έδρα αρχικά το Νησί (Μεσσήνη) και μετέπειτα την Καλαμάτα, από δε του έτους 1852 η Επισκοπή θα ονομαστεί Μεσσηνίας.
Μητρόπολη Μεσσηνίας
Το 1833 η ελεύθερη Ελλάς διαιρέθηκε σε δέκα Νομούς και σε 42 Επαρχίες. Ο Νομός Μεσσηνίας με πρωτεύουσα την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) περιελάμβανε «τους επί της αριστεράς όχθης του Αλφειού κειμένους τόπους της επαρχίας Πύργου, και τας μέχρι τούδε επαρχίας Φαναρίου, Αρκαδίας, Μεθώνης, Νεοκάστρου, Κορώνης, Καλαμάτας, Νησιού, Ανδρούσης, Ιμπλακίων και Μικρομάνης. Το όριον της Μεσσηνίας, προς μεν την Ήλιδα θέλει σχηματίζει ο Αλφειός, προς δε την δυτικήν Λακωνίαν η από του Ταϋγέτου προβαίνουσα ράχις Βέργα παρά τον Αρμυρόν».
Η επαρχία Μεθώνης συνίσταται από τις μέχρι τότε επαρχίες Μεθώνης, Νεοκάστρου (Πύλου) και Κορώνης με πρωτεύουσα την Μεθώνη, η επαρχία Μεσσήνης συνίσταται από τις μέχρι τότε επαρχίες Ανδρούσης, Ιμπλακίκων και Μικρομάνης και η επαρχία Καλαμών συνίσταται από τις μέχρι τότε επαρχίες Καλαμάτας και Νησίου με πρωτεύουσα την Καλαμάτα (Καλάμαι). Τα όρια-σύνορα της Επισκοπής Μεσσήνης ακολουθούν τα όρια των επαρχιών, Μεσσήνης, Καλαμών. « Η Επισκοπή Μεσσήνης περιέχει τας επαρχίας Μεσσήνης και Καλαμών. Καθέδρα Νησί (Στενύλκηρος).
Μητροπολίτες Μεσσηνίας
Πρώτος Επίσκοπος διορίζεται με Βασιλικό Διάταγμα στις 21 Νοεμβρίου 1833 «ο μέχρι τούδε Ανδρούσης κ. Ιωσήφ», με τον τίτλο Μεσσήνης.
Ο Ιωσήφ Νικολάου ή Καρώνης, ο Εθνομάρτυρας, γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1770. Το έτος 1792 χειροτονείται Διάκονος. Παρακολούθησε μαθήματα από διακεκριμένους διδασκάλους, στην Σχολή της Δημητσάνας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ίδρυσε σχολείο στην Τρίπολη και εξαιτίας της αρετής και της σοφίας του απόκτησε πολλούς μαθητές. Το έτος 1806 εξελέγη Επίσκοπος Ανδρούσης. Στις 22 Απριλίου 1806 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον πρώην Ανδρούσης Κωνστάντιο στην Καλαμάτα. Την επομένη 23 Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου χειροτονήθηκε από τον ίδιο Αρχιερέα και άλλους Αρχιερείς Επίσκοπος Ανδρούσης. Τα χρόνια της σκλαβιάς ήταν πολλά τα προβλήματα των κληρικών και των πιστών που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Ιωσήφ στην επαρχία του και όχι μόνο. Παρηγορεί, νουθετεί, συνδράμει τους κατατρεγμένους, επιμελείται των ναών και των μοναστηριών της επαρχίας του.
Το 1820 εμυήθη στην Φιλική Εταιρία. Στα μέσα του Μαρτίου 1821, όταν άρχισαν να ξεσπούν ταραχές σε πόλεις της Πελοποννήσου, συνελήφθη υπό των Τούρκων και φυλακίστηκε στην Τρίπολη μαζί με τους άλλους Αρχιερείς και Προκρίτους και στις 17 Απριλίου 1821 Κυριακή του Πάσχα του 1821 «Μετέφερον αυτούς εις την σκοτεινήν και ζοφώδην φυλακήν, περιθέντες αυτοίς αλύσους, βάρος έχουσας 180 οκάδων, εκτός των περιαυχενίων κλοιών (κουλούρων) εις τους τραχήλους των». Σε σκοτεινό υπόγειο δεμένοι με αλυσίδες και περιαυχένιους κρίκους υπέφεραν τα πάνδεινα. «Επί πεντάμηνον εν ταις ανηλίοις ειρκταίς παρέμεινον αλυσόδετοι και εν ακινησία… φέροντες ράκη αντί ενδυμάτων… τρεφόμενοι δια ξηρού τεμαχίου άρτου και ολίγου ύδατος… είχον καταντήσει καταμέλανες εκ της ακαθαρσίας… σκελετοί πλέον και ουχί άνθρωποι». Όταν κατελήφθη η Τριπολιτσά απο τους Έλληνες, ο Ιωσήφ ως Ορθόδοξος Ιεράρχης, μεσιτεύει «υπέρ των δεσμοφυλάκων και των αγρίων αυτών δημίων ίνα μη ούτοι κατασφαγώσιν υπό των Ελλήνων…Μιμούμενος τον Χριστό ούτινος άλλως τε ετύχγανε και ο άξιος επί γης εκπρόσωπός του».
Στις 15 Ιανουαρίου 1822 εκλήθη από την Α´ Εθνοσυνέλευση να αναλάβει υπουργός των Θρησκευτικών (Μινίστρος της Θρησκείας) εξαιτίας της μορφώσεώς του, του αδαμάντινου χαρακτήρα του και των πολλών διοικητικών ικανοτήτων του. Ήταν ο πρώτος Επίσκοπος που αναλάμβανε ανώτατα κυβερνητικά καθήκοντα. Σε μία χώρα με την Επανάσταση να συνεχίζεται, ανέλαβε ένα πολύ δύσκολο έργο. Το Υπουργείο ήταν νεοσύστατο, δεν είχε καθόλου διοικητικό προσωπικό. Οργάνωση στην παιδεία δεν υπήρχε, αλλά και διοίκηση στην Εκκλησία δεν υπήρχε. Το έργο του ήταν δύσκολο γιατί ο κλήρος της επαναστατημένης Ελλάδος ήταν απείθαρχος χωρίς κανονική διοίκηση. Ο Ιωσήφ προσπάθησε να επιβάλλει τάξη στο πρόβλημα των άνευ ελέγχου χειροτονιών. Επιθυμούσε την κανονικότητα στις χειροτονίες. Ασχολήθηκε με τον εκχριστιανισμό των εναπομεινάντων μουσουλμάνων στην Ελλάδα.
Αφού ανέλαβε το Μινιστέριο των Θρησκευτικών, μετά την παρέλευση τριών μηνών διορίζεται και Μινίστρος του Δικαίου στις 17 Απριλίου 1822. Ο Ιωσήφ πρωτοστάτησε στην εξεύρεση τροφών, πολεμοφοδίων και άλλων αναγκαίων τόσο για τους αγωνιστές όσο και για τις οικογένειές τους, τις χήρες και τα ορφανά. Διακήρυττε ότι η την δεδομένη στιγμή η πατρίδα έχει ανάγκη και επομένως πρέπει να διατεθούν χρήματα και όλα τα πολύτιμα είδη που υπάρχουν στις Μονές και στους Ναούς υπέρ του Αγώνα. Ως Υπουργός της Θρησκείας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους δεν αμφισβήτησε τα κανονικά δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Φρόντισε για την πληρωμή των διδασκάλων θεωρώντας ότι είναι πολύ σημαντική η φροντίδα των διδασκάλων, τονίζοντας ότι οι διδάσκαλοι δεν πρέπει να αδικούνται. Υπηρετεί με ευσυνειδησία και τα δύο αυτά μινιστέρια για τρία έτη έως τον Φεβρουάριο 1825 και «δεν έλαβεν εις αντιμισθίαν ουδέ λεπτόν, πληρώνων τους μισθούς των υπαλλήλων του από την πτωχήν περιουσίαν εμού του αυταδέλφου του».
Διαρκής ήταν η μέριμνά του για την εκκλησιαστική δικαιοσύνη, η προσήλωσή του στον συνοδικό θεσμό, ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων της Συνόδου και της Κυβερνήσεως, η αυτονομία της Εκκλησίας ως προς τα οικονομικά, καθώς και για οτιδήποτε θα βοηθούσε στην ανασυγκρότηση της ταλαιπωρημένης Εκκλησίας.
Με την σύσταση της Επισκοπής Μεσσήνης το έτος 1833 εξελέγη ο πρώτος της Επίσκοπος. Έχοντας κανονική εκκλησιαστική συνείδηση υπήρξε ίσως και ο πρώτος Επίσκοπος, ο οποίος κράτησε επιφυλάξεις στην πολιτική της Βαυαρικής Αντιβασιλείας έναντι της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το κυριότερο όλων όμως είναι ότι προσέφερε τα πάντα και κυρίως τον εαυτό του για την Ελευθερία του Έθνους. Δικαίως του αξίζει ο τίτλος του «Εθνομάρτυρα». Μέχρι το τέλος της ζωής του «Παρέμεινε προσηλωμένος στις ορθόδοξες παραδόσεις, φιλοπατριαρχικός και ναπαίος».
Ο Ιωσήφ εκοιμήθη στις 13 Μαρτίου του 1844, σε ηλικία 74 ετών. «Εν βαθεί και καλώ γήρα εν ειρήνη τελειωθείς και αξιωθείς να ίδη τα όνειρα αυτού εκπληρωθέντα, δι’ ά ούτος προφρόνως και περιουσίας και αξιώματα και αυτήν έτι την ζωήν εις τον ιερόν της πατρίδος βωμόν ασμένως προσήνεγκεν». Στο πρόσωπο του Ιωσήφ Επισκόπου Μεσσήνης του από Ανδρούσης γίνεται πραγματικότητα ότι ο νέος Ελληνισμός οφείλει την ύπαρξή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τον Ιωσήφ διεδέχθη το έτος 1852 ο Προκόπιος Γεωργιάδης, ο οποίος γεννήθηκε τό 1813 στο Αίγιο. Μοναχός της Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας. Σπούδασε Φιλολογία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα στην Βιέννη, όπου και υπηρέτησε ως εφημέριος καί διδάσκαλος της Ελληνικής Κοινότητος. Στην συνέχεια διορίστηκε Καθηγητής των Θρησκευτικών στό Διδασκαλείο Αθηνών και στήν Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Στις 27 Οκτωβρίου 1852 χειροτονήθηκε «Αρχιεπίσκοπος» Μεσσηνίας. Εγκαινίασε πολλούς Ναούς στην Καλαμάτα, όπως τον Μητροπολιτικό της Υπαπαντής του Χριστού και τους ενοριακούς Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και Αγ. Νικολάου. Υπήρξε λόγιος Ιεράρχης και ποίμανε την Μεσσηνία με υποδειγματικό τρόπο για 22 έτη. Στις 27 Μαῒου 1874 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών αγωνιζόμενος για τα δίκαια της Εκκλησιας ενάντια στις πολιτειοκρατικές πράξεις του κράτους και στην μείωση του κύρους της Εκκλησίας. Αντιμετώπισε το σκάνδαλο των «Σιμωνιακών» και έγινε στόχος του ετεροδιδασκάλου Απόστολου Μακράκη, ο οποίος και τον θεώρησε υπαίτιο για ηθική παρακμή της κοινωνίας.
Επί αρχιεπισκοπείας του εδόθη ο Συνοδικός Τόμος της προσαρτήσεως των επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας στην Εκκλησία της Ελλάδος, ιδρύθηκαν πολλοί ναοί στην Αθήνα, αναβαθμίστηκε το θείο κήρυγμα και επιλύθηκαν προβλήματα μισθοδοσίας και μορφώσεως του κλήρου. Εκοιμήθη τον Φεβρουάριο του έτους 1899.
Διάδοχός του Προκοπίου υπήρξε ο Μητροπολίτης Στέφανος Αργυριάδης καταγόμενος από την Ζαρούχλα Καλαβρύτων. Το 1829 εισήλθε στη Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας και εκάρη Μοναχός το έτος 1836. Υπήρξε Ιεροκήρυκας του Ναού της Ευαγγελιστρίας στην Τήνο και κατά τα έτη 1865-1874 του Νομού Μεσσηνίας. Δεινός χειριστής του λόγου εξελέγη «Αρχιεπίσκοπος» Μεσσηνίας τον Μάϊο του 1874. Ίδρυσε στην Καλαμάτα τον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο με σκοπό την ανάπτυξη και μετάδοση της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, την σύσταση Σχολής, Βιβλιοθήκης, Ταμείου και την επικοινωνία του με άλλους Συλλόγους. Επίτιμος Προέδρος αυτού του Συλλόγου είναι πάντοτε ο εκάστοτε Επίσκοπος Μεσσηνίας. Στις 19 Απριλίου 1876 καταδικάστηκε από την Ιερά Σύνοδο για «σιμωνία» και τιμωρήθηκε με τριετή αργία από κάθε ιεροπραξία. Τον Νοέμβριο του έτους 1877 παραιτήθηκε. Εκοιμήθη στην Αθήνα το έτος 1879.
Τον Φεβρουάριο του έτους 1882 τον διεδέχθη ο Πανάρετος Κωνσταντινίδης, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1839. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του εισήλθε στην Μονή Ασωμάτων Πετράκη το έτος 1853 και το έτος 1856 εκάρη Μοναχός. Ως Ιεροδιάκονος εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1861. Σπουδάζει στην Γερμανία τα έτη 1870-1874 Θεολογία και Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Λειψίας και τῆς Ερλάγγης και ανακηρύχθηκε Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Ερλάγγης. Το 1875 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Προκόπιο και διορίστηκε Προϊστάμενος στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Στις 16 Ιουλίου 1876 διορίστηκε Β’ Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Στις 27 Οκτωβρίου 1877 διορίστηκε Υφηγητής στην Θεολογικὴ Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εδίδαξε το μάθημα της Πατρολογίας μέχρι το έτος 1882 όταν και χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Μεσσηνίας. Ενθρονίστηκε στα μέσα Απριλίου του ιδίου έτους. Αντιμετώπισε πολλά προβλήματα στην επαρχία του με κυρίαρχο την πολιτική εμπάθεια, την συκοφαντία και κυρίως την σκανδαλώδη επέμβαση πολλών Μεσσηνίων κομματικών παραγοντίσκων στην εκκλησιαστική πράξη και ζωή. Υπήρξε δεινός ομιλητής και θεράπευσε το θείο κήρυγμα σε όλη την επαρχία του. Αναγνωρίστηκε ως φιλεήμονας και επεδίωξε την ανέγερση Επισκοπείου και Οίκου Κληρικών για την φιλοξενία παρεπιδημούντων στην πόλη της Καλαμάτας Κληρικών. Όταν ο ζηλωτής, αυτόκλητος ψευτοιεροκήρυκας, Απόστολος Μακράκης κήρυττε αιρετικές διδασκαλίες, και στην Μεσσηνία, ο Πανάρετος τον αντιμετώπισε σθεναρά με αποτέλεσμα ο πλάνος, φανατικός και εμπαθής διδάσκαλος να αποκτήσει ελάχιστους οπαδούς στην Μεσσηνία. Επί αρχιερατείας του, στις 2 Φεβρουαρίου 1889, καθιερώθηκε επίσημα η λιτανεία της ιεράς εικόνος της πολιούχου της πόλεως Καλαμάτας, Παναγίας Υπαπαντής, κατά τον εορτασμό της Υπαπαντής του Χριστού.
Από τον Φεβρουάριο του έτους 1889 μέχρι τον Ιούλιο του ιδίου έτους αναλαμβάνει την προεδρεία της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι της εκλογής νέου Μητροπολίτου Αθηνών. Εκοιμήθη στις 26 Ιανουαρίου 1897.
Ο Πανάρετος Κωνσταντινίδης συνέγραψε αρκετά βιβλία και άρθρα μεταξύ των οποίων: 1. Η Ακαδημία Πραγματεία περί της Αθήνησι Πλατωνικής Σχολής, Ερλάγγη 1874. 2. Κατάλογος Ιστορικός των Πρώτων Επισκόπων και των εφεξής Αρχιεπισκόπων και Μητροπολιτών Αθηνών, «Σωτήρ», Αθήνα 1877 και 1879. 3. Λόγος κατ’ εντολής της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου, Αθήνα, 1880. 4. Αρχαιολογικά Αθηνών ανέκδοτοι χριστιανικαί επιγραφαί, «Νέα Εφημερίς», Αθήνα 1882. 5. Λόγος εκφωνηθείς εν τω Ναώ της Υπαπαντής του Σωτήρος υπό του Αρχιεπισκόπου Μεσσηνίας Παναρέτου Κωνσταντινίδου, εν Καλάμαις 1882.
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Πανάρετος Κωνσταντινίδης κατά την κρίση των συγχρόνων του υπήρξε: «θερμός τής Εκκλησίας πρόμαχος αγωνιζόμενος μετά σωφροσύνης και συνέσεως να συγκρατή το πηδάλιον των υπό παντοίων ανέμων κλυδωνιζόμενον θρησκευτικόν της πατρίδος ημών σκάφος. Μετριόφρων από χαρακτήρος αλλ’ εν ταυτώ αξιοπρεπής έλυεν εκάστοτε τα εν τη δικαιοδοσία αυτού προσπίπτοντα ζητήματα όπως εκείνος εφρόνει συνετώτερον, μη στέργων κατ’ ουδένα λόγον να εισελαύνη η πολιτική εις εκκλησιαστικά ζητήματα. Εντεύθεν συνήγειρε κατ’ αυτού νεφέλας διωκτών, οίτινες τα πάντα εμηχανήσαντο όπως αμαυρώσωσι την αίγλην καθ’ ης ελάμπρυνε τον αρχιεπισκοπικόν ημών θρόνον. Δεν εβράδυνε εντούτοις να διαλυθή η αχλύς και να αναλάμψη η αρετή του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Παναρέτου, ούτινος τον πρόωρον θάνατον θρηνεί και θα θρηνήσει έτι πλέον η πόλις των Καλαμών….Πάντες οι δεόντως εκτιμήσαντες τας αρετάς Σου μίαν υστάτην παράκλησιν Σοι απευθύνομεν μη μνησικακήσης κατ’ εκείνων οίτινες Σε επίκραναν αδίκως…αλλ’ αναβόησον προς τον Θεόν: άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασιν τι εποίησαν».
Μετά απο την παρέλευση επταετίας την διαποίμανση της Μητροπόλεως Μεσσηνίας ανέλαβε ο Μελέτιος Σακελλαρόπουλος. Γεννήθηκε στο Βασσαρά Λακεδαίμονος το έτος 1852. Νεαρός εισήλθε στην Μονή Αγίων Τεσσαράκοντα Σπάρτης όπου και εκάρη Μοναχός. Εφοίτησε στη Θεολογικὴ Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το έτος 1885. Χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1890 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Σχολάρχης στο Αλιβέρι Ευβοίας, στην Σπάρτη και στην Κάρυστο. Το 1892 υπηρετεί ως εφημέριος της Ελληνικής κοινότητας στο Μόναχο. Το 1901 διορίστηκε Α’ Γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου.
Στις 8 Ιουλίου 1904 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Μεσσηνίας. Το 1917 κηρύχθηκε έκπτωτος του θρόνου του ως μετασχών στο κατά του Βενιζέλου ανάθεμα. Επανήλθε το 1923. Εργάστηκε στην Μεσσηνία αποδοτικά. Ίδρυσε Λαϊκή Βιβλιοθήκη, και Σχολή Αναλφαβήτων και οργάνωσε λαϊκά συσσίτια. Ανασυγκρότησε το Αλεξανδράκειο Νοσοκομείο και Γηροκομείο και το Σανατόριο Προφήτης Ηλίας.
Εξέδωσε κανονισμό Ιερατικού Συνδέσμου με σκοπό τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και την περίθαλψη των ενδεών και ανικάνων προς ιεροπραξία εφημερίων. Γνώστης του Κανονικού Δικαίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας συνέγραψε τα παρακάτω βιβλία: 1. Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εν Αθήναις 1898. 2. Ο βίος του Ιησού Χριστού, εν Αθήναις 1902. 3. Η Ιερά Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα εν Λακεδαίμονα, εν Αθήναις 1921. 4. Λόγοι και Διδαχαί, εν Αθήναις 1929, 5. Η Ανάστασις του Ιησού Χριστού. Η αλήθεια και η σπουδαιότης αυτής, μετφρ. εκ του γαλλικού, εν Αθήναις 1890. Εκοιμήθη στις 17 Ιουνίου 1933.
Μητροπολίτης Μεσσηνίας εξελέγη τον Σεπτέμβριο του έτους 1933 ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Πολύκαρπος Συνοδινός, ο οποίος γεννήθηκε στην Σίφνο το έτος 1870. Φοίτησε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και έλαβε πτυχίο με βαθμό Άριστα το έτος 1892. Διορίστηκε Ιεροκήρυκας στις επαρχίες της Άρτας, της Αχαΐας και της Ηλείας. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος το έτος 1894 από τον Μητροπολίτη Πατρών και Ηλείας Ιερόθεο το 1894. Διετέλεσε ιεροκήρυκας το 1902 στις περιοχές Ακαρνανίας και Ναυπακτίας, το 1905 στην Σπάρτη και Μονεμβασιά, στην συνέχεια στις Επισκοπές Χαλκίδος και Καρυστίας, Δημητριάδος, Μαντινείας και Κυνουρίας, το έτος 1921 στα Ιωάννινα, και στην Θεσσαλονίκη.
Στις 27 Απριλίου 1923 χειροτονήθηκε στην Μητρόπολη Αθηνών Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως. Παρέμεινε στην επαρχία αυτή για δέκα έτη και στις 23 Σεπτεμβρίου 1933 εξελέγη από την Ι. Σύνοδο Μητροπολίτης Μεσσηνίας. Ενθρονίστηκε στην Καλαμάτα στις 17 Οκτωβρίου 1933 γενόμενος δεκτός από χιλιάδες λαού της Μεσσηνίας. Όπως τόνισε στον ενθρονιστήριο λόγο του αυτό και έπραξε κατά την χειμαζομένη μεσσηνιακή κοινωνία από πολιτικά πάθη και την γερμανοϊταλική κατοχή. «Η πύλη της Ι. Μητροπόλεως θα είνε ανοικτή εις πάντας πάσης τάξεως και εν ημίν θα ευρίσκη πας τις χριστιανός ουχί τον δυσπρόσιτον και βλοσυρόν, αλλά τον ταπεινόν και αδελφικώς ακούοντα πάσαν αίτησιν δικαίαν και νόμιμον».
Εποίμανε την επαρχία της Μεσσηνίας την εποχή της γερμανικοϊταλικής κατοχής, εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι ζητούσαν ο ένας να καταβάλει τον άλλο και καταδίωκαν ο ένας τον άλλο με φθόνο, μνησικακία και πλεονεξία. Άλλος ζητούσε αρχή ή αξίωμα, άλλος επιζητούσε να αποκτήσει λάφυρα. Σε αυτή την κατάσταση ο ρόλος του ήταν ενοποιητικός προσπαθώντας να παρέχει τα όσο μπορούσε αναγκαία υλικά αγαθά, να τονώσει το εθνικό φρόνημα και να αποφευχθεί ο αδελφοκτόνος σπαραγμός. Εβίωσε την κακία, την συκοφαντία και επέμβαση των κομματαρχών της εποχής
Θεράπευσε με επιτυχία τον θείο λόγο, εκάλυψε τις κενές εφημεριακές θέσεις, συμπαραστάθηκε στους εφημερίους της Μητροπόλεως του και υποστήριξε τον Ιερατικό τους Σύνδεσμο. Αντιμετώπισε με κηρύγματα τις αντιεκκλησιαστικές μαρξιστικές θεωρίες αλλά και το τυραννικό καθεστώς του Μεταξά, τον οποίο θεωρούσε «κούφο εγωιστή» και την δικτατορία του διεφθαρμένη, που κατέστησε «εθελόδουλους τους πολίτας πολλοί εκ των οποίων εζήτουν να ωφεληθούν ηθικώς και υλικώς» από την εξουσία.
Το 1938 υπήρξε υποψήφιος για τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών.
Με εντολή της Ιεράς Συνόδου μετέβη σε άλλες ομόδοξες Εκκλησίες, στο Άγιο Όρος και ήταν υπέρμαχος των διεκκλησιαστικών σχέσεων και του διαλόγου ανάμεσα στις Εκκλησίες, τονίζοντας ότι τα εκκλησιαστικά συνέδρια ανάμεσα στις Εκκλησίες: «είνε λίαν ωφέλιμα, διότι γίνεται επικοινωνία των Εκκλησιών δια των κληρικών και προπαρασκευάζεται ατμόσφαιρα φιλική μεταξύ αυτών».
Υπήρξε κύριος ομιλητής στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, κατά τους εορτασμούς της 1600ης επετείου από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο ειπών μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος εγένετο η αφετηρία και το πρότυπον των μετέπειτα συνελθουσών Ι. Συνόδων, αν αίς διετυπώθησαν και κατοχυρώθησαν και αι άλλαι διδασκαλίαι της Εκκλησίας…Προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, την στηριζομένην επί των επτά Οικουμενικών Συνόδων, ως επί επτά στερεών και ακλονήτων στύλων, στρέφουν τα βλέμματα άπασαι αι Χριστιανικαί Εκκλησίαι και αναδενδράδες και εν Αυτή θα εύρη την ικανοποίησιν πασών των πνευματικών αναγκών σύμπασα η ανθρωπότης…».
Θεωρούσε ότι οι κρατικοί άρχοντες δεν πρέπει να παρεμβαίνουν στα εκκλησιαστικά πράγματα τονίζοντας ότι πρώτα οι κληρικοί δεν πρέπει «να λησμονούν ότι ο Βασιλεύς δεν είνε απόλυτος Μονάρχης, είνε συνταγματικός Βασιλεύς. Ο Βασιλεύς βασιλεύει αλλά δεν διοικεί. Οσάκις δε οι Βασιλείς εν Ελλάδι εζήτησαν να επέμβουν και να διευθύνουν, έβλαψαν μάλλον ή ωφέλησαν, ως αποδεικνύει η Ιστορία».
Παραιτήθηκε στις 11 Αυγούστου 1945 και η Ιερά Σύνοδος αναγνώρισε ότι ο σεβάσμιος και γεραρός αυτός Ιεράρχης «ου σμικράν συμβολήν παρασχόντα εις την καθόλου πνευματικήν προαγωγήν της Εκκλησίας δια πλουσίας συγγραφικής εργασίας, ου μην και αξίως της Εκκλησίας ρήτορα δεινόν».
Εκοιμήθη στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 1947.
Συνέγραψε τα παρακάτω έργα: 1) Η Ηθική εν τω Χριστιανισμώ τελειουμένη, εν Πάτραις, 1901, 2). Δύο θρησκευτικοί Λόγοι: α) Ελληνισμός και Χριστιανισμός, και β) Η Χριστιανική θρησκεία και η κοινωνική και ηθική πρόοδος, εν Πάτραις, 1902, 3) Ο Μασσωνισμός εν Ελλάδι αποκαλυπτόμενος, εν Πάτραις, 1902, 4). Τρεις επιστολαί Ελλήνων Κληρικών περί του Μακεδονικού ζητήματος, εν Πάτραις, 1904, 5) Αναμνήσεις θρησκευτικής περιοδείας, εν Πάτραις, 1905, 6) Επιστολαί επί Εθνικών και θρησκευτικών ζητημάτων, εν Χαλκίδι, 1909, 7) Άνθιμος Γαζής—Γρηγόριος Κωνσταντάς—Νεόφυτος Δούκας-Νεόφυτος Βάμβας, εν Αλεξάνδρεια, 1917, 8) Δανιήλ Φιλιππίδης, εν Αθήναις, 1920, 9) Λόγος εις το Μνημόσυνον του σφαγιασθέντος Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, εν Αθήναις, 1922, 10) Περί των Ιεροκηρύκων και του θεσμού αυτών εν τη Εκκλησία της Ελλάδος, εν Αθήναις, 1923, 11) Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, εν Αθήναις, 1923, 12) Ομιλίαι επί τη Χειροτονία και εγκαθιδρύσει, εν Αθήναις, 1924, 13) Εκκλησία και Πολίτευμα, εν Αθήναις, 1925, 14) Ομιλία επί τη 1600η επετείω της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, εν Αθήναις, 1925, 15) Λόγος εις τον Γρηγόριον τον Ε’, εν Αθήναις, 1925, 16) Η Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου εν Γορτυνία, εν Αθήναις, 1926, 17) Λόγος επί τη εκατονταετηρίδι του Παλαιών Πατρών Γερμανού, εν Αθήναις, 1926, 18) Υπόμνημα προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος περί Ιεροκηρύκων, εν Αθήναις, 1926, 19) Ευγένιος Διογενείδης, εν Αθήναις, 1927, 20) Ο Τριπολιτσάς και Αμυκλών Δανιήλ, Αθήνησι, 1929, 21) Λόγος περί του θριάμβου της Χριστιανικής πίστεως, εν Αθήναις, 1929, 22) Οι αγώνες του Ιερού Κλήρου υπέρ της Πατρίδος και της Ελευθερίας, εν Αθήναις, 1930, 23) Λόγος περί της αληθούς Παιδείας, εν Αθήναις, 1930, 24) Η Εκκλησία και ο Μασσωνισμός, εν Αθήναις, 1931, 25) Καλλίνικος Καστόρχης, εν Αθήναις, 1931, 26) Η Ορθόδοξος Χριστιανική Εκκλησία και το Ελληνικόν Έθνος, Αλεξάνδρεια, 1932, 27) Λόγοι επί των Κυριακών Ευαγγελίων, τόμος Α’, εν Αθήναις, 1933, 28) Η Χριστιανική Θρησκεία και Πατρίς, Αθήναι, 1935, 29) Η περί της ακάρπου συκής παραβολή (διδάγματα), εν Αθήναις, 1939, 30) Σκέψεις επί τω νέω έτει. Η κατάστασις των Εθνών, εν Αθήναις, 1940, 31) Κωνσταντίνου Διαλυσμά (εις Μνημόσυνον), Αθήναι, 1946, 32) Λόγοι επί των Κυριακών Ευαγγελίων, τόμος Β’, εν Αθήναις, 1947.
Δημοσίευσε στο περιοδικό Ανάπλασις 8 άρθρα, στο περιοδικό Γρηγόριος Παλαμάς 16, στο περιοδικό Εκκλησία 37, στο περιοδικό Εκκλησιαστικός Φάρος 7, στο περιοδικό Ελληνισμός 3, στο περιοδικό Ηπειρώτικα Χρονικά 4, στο περιοδικό Θεολογία 12, στο περιοδικό Ιερός Σύνδεσμος 24, στο περιοδικό Νέα Σιών 6, στο περιοδικό Πάνταινος 22, σε Εφημερίδες και σε άλλα περιοδικά.
Μετά την παραίτηση του Πολυκάρπου την Μητρόπολη Μεσσηνίας εποίμανε ο Χρυσόστομος Δασκαλάκης, μέχρι τότε Μητροπολίτης Γυθείου και Οιτύλου.
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Δασκαλάκης προΐσταται της εν Μεσσηνία Εκκλησιαστικής Κοινότητος από το 1945 έως το 1961, σε δύσκολες και μεταβατικές εποχές τόσο για την εν Ελλάδι Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και για την ελληνική κοινωνία, η οποία δοκιμάστηκε από την Μικρασιατική Καταστροφή, δύο Παγκοσμίους Πολέμους, και τον Εμφύλιο Πόλεμο.
Ο Χρυσόστομος Δασκαλάκης γεννήθηκε το έτος 1905 στην Αθήνα από τον Μιχαήλ και την Ζωή Δασκαλάκη. Το όνομά του ήταν Ιωάννης. Τα πρώτα γράμματα τα μαθαίνει στο εκπαιδευτήριο του Κωνσταντίνου Διαλησμά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Βαρβάκειο Σχολή και στο ΣΤ΄ Γυμνάσιο αρρένων Αθηνών. Το 1919 εισήλθε στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή. Διετέλεσε υπότροφος του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου. Το 1924 ενεγράφη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απ’ όπου και έλαβε πτυχίο. Προ της ολοκληρώσεως των σπουδών του και κατά το 1926 υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία.
Στις 7 Ιουνίου 1930 με εντολή του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, τον οποίο είχε και πνευματικό πατέρα, χειροτονείται Διάκονος από τον Επίσκοπο Βρεσθένης Άνθιμο Τσάτσο. Κατά την χειροτονία λαμβάνει το όνομα Χρυσόστομος και εγγράφεται μοναχός στην Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος.
Ως χαρακτήρας ο Χρυσόστομος ήταν αξιοπρεπής, απεχθάνετο την υποκρισία, ήταν σοβαρός και επιβλητικός, κατά βάθος απλός και προσηνής, δυναμικός και δραστήριος, λιγομίλητος αλλά με πειθώ, ζητούσε, όπως ο ίδιος, να εργάζονται και οι άλλοι με αποδοτικότητα. Ως προς την μορφή ήταν μεγαλοπρεπής ωραίος και επιβλητικός.
Υπηρετεί μέχρι το 1933 ως κατηχητής και ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Μυτιλήνης.
Το 1933 χειροτονείται Πρεσβύτερος και χειροθετείται Αρχιμανδρίτης από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο. Αναλαμβάνει εφημέριος-ιεροκήρυξ του Ναού Αγίου Νικολάου Χαλανδρίου, όπου ιδρύει Φιλόπτωχο Ταμείο και αναβαθμίζει το ενοριακό Κατηχητικό Σχολείο.
Το 1934 μεταπέμπεται από την Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνος στην Μονή Πεντέλης και διορίζεται Ηγούμενος αυτής. Το δύσκολο έργο της πνευματικής αναβαθμίσεως, αλλά και της κτηριακής αποκαταστάσεως αναλαμβάνει ο Χρυσόστομος. Ζούσε ως απλός μοναχός. Ήταν άνθρωπος καταπληκτικής αντοχής, ιδιαίτερα εγκρατής, τηρούσε τις νηστείες της Εκκλησίας και ο ύπνος του ήταν ελάχιστος. Οργανώνει την Μονή συμφώνως με τα μοναστικά πρότυπα του Αγίου Όρους και αναβαθμίζει τα οικονομικά της. Συμπεριφέρθηκε με ιδιαίτερη αγάπη στους αδελφούς της φροντίζοντας για την ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη αυτών. Προσπάθησε με σθένος να διασφαλίσει την περιουσία της Μονής τόσο από τις αρπακτικές διαθέσεις της Πολιτείας, όσο και διαφόρων ιδιωτών και μερίμνησε για την επάνδρωση της Μονής.
Το 1941 τοποθετείται από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό Πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο της διοικήσεως σε μία εποχή που ο λαός υπέφερε από την γερμανική Κατοχή. Εργάζεται ακαταπόνητα και επιδεικνύει πλούσιο έργο ως Πρωτοσύγκελλος.
Στις 24 Φεβρουαρίου 1942 η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος τον εκλέγει Μητροπολίτη Γυθείου και Οιτύλου.
Στις 28 Φεβρουαρίου 1942 χειροτονείται Επίσκοπος από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό και πολλούς άλλους Αρχιερείς.
Την περίοδο της Γερμανοϊταλικής Κατοχής αναλαμβάνει Επίσκοπος μιάς εκ των πλέον φτωχών επαρχιών της Ελλάδος. Στο Γύθειο και σε όλη την περιοχή της Μάνης οργανώνει συνεργεία διανομής φαγητού, φαρμάκων και ρουχισμού. Ιδρύει Μαιευτήριο, Παιδικό Σταθμό του Πατριωτικού Ιδρύματος και προσπαθεί με κάθε τρόπο, πνευματικά και υλικά, να ανακουφίσει τον πόνο του ποιμνίου του. Εκτός απ’ όλα αυτά, συμμετέχει στον αντιστασιακό αγώνα εναντίον των Γερμανών κατακτητών. Το 1944 αντιμετώπισε τον κίνδυνο της εκτελέσεως, επειδή υπερασπίστηκε Έλληνες πατριώτες.
Η Ι΄ Αριστίδην Σύνοδος, στην Ζ΄ Συνεδρία της, στις 13-10-1945, αποφάσισε την πλήρωση της Μητροπόλεως Μεσσηνίας διά μεταθέσεως του Γυθείου και Οιτύλου Χρυσοστόμου. Με την εγκατάσταση του στον Μητροπολιτικό θρόνο της Μεσσηνίας αλλάζει η πορεία, όχι μόνο της Εκκλησιαστικής κοινότητας, αλλά και σύνολης της Μεσσηνιακής κοινωνίας. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει την πολύπλευρη διακονία του παντού, από το μικρότερο χωριό της Μεσσηνίας μέχρι την Αθήνα και το εξωτερικό.
Αρχικά ο φιλακόλουθος Επίσκοπος ενδιαφέρθηκε για την υποδειγματική παρουσία των κληρικών του και την τέλεση των ιερών ακολουθιών με κατάνυξη και σεβασμό. Απαγορεύει αυστηρώς την λήψη χρημάτων κατά το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Απαγορεύει επίσης κάθε λιτανεία ιερών εικόνων και ιερών λειψάνων άνευ προηγούμενης εγκρίσεώς του. Οργανώνει καλύτερα τους Αρχιερατικούς Επιτρόπους δίνοντας σε αυτούς το δικαίωμα της εισπράξεως χρημάτων από τις ενορίες της περιφέρειάς τους για τις ανάγκες του φιλανθρωπικού έργου. Με αυστηρότητα δεν επιτρέπει την ανάμειξη των κληρικών σε πολιτικές διαμάχες, αλλά και συζητήσεις. Οι συνεργάτες του ήξεραν ότι δεν λάμβανε «τυχερά» και διέθετε τα προσφερθέντα χρήματα στα Ιδρύματα, δεν ήξεραν όμως, ότι και τον μισθό του διέθετε σε αυτά. Ασκούσε με διάκριση την εκκλησιαστική δικαιοσύνη, γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση και την δυσχερή κοινωνική θέση των ιερέων του, μην παραλείποντας βεβαίως την αυστηρότητα όπου χρειαζόταν. Ενίσχυε οικονομικά τους απόρους εφημερίους.
Πάντοτε επέμενε για την καταβολή και της ενοριακής εισφοράς, προκειμένου να μισθοδοτούνται οι εφημέριοι πόλεων και χωριών. Το 1956 ανασυγκρότησε και επαναλειτούργησε τον Ιερατικό Σύνδεσμο της Μητροπόλεως Μεσσηνίας, με σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των εφημερίων. Δημιούργησε ικανούς συνεργάτες στο ποιμαντικό του έργο. Συγκρότησε ομάδα από λαϊκούς θεολόγους, που περιόδευαν στην επαρχία, κήρυτταν, και συνομιλούσαν με τους ιερείς προκειμένου να αναβαθμισθεί το μορφωτικό επίπεδο των ιερέων της Μητροπόλεως. Ο φιλομόναχος Επίσκοπος ενδιαφέρθηκε υπέρ ανακαινίσεως, ανακατασκευής και επανδρώσεως των ιερών Μονών και της βελτιώσεως των όρων διαβιώσεως σε αυτές.
Μέλημα του ήταν η ανοικοδόμηση των καταστραφέντων, από τον πόλεμο, ναών της επαρχίας του και η ανέγερση νέων. Η Μητρόπολη έγινε ένα απέραντο εργοτάξιο. Εγκαινίασε πολλούς ναούς όπως τον Ναό Αναστάσεως του Χριστού Καλαμάτας, τον Ναό του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Καλαμάτας, τον Ναό Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου Μεσσήνης κ.ά.. Ίδρυσε πολλές ενορίες όπως την ενορία των Αρκάδων των κατοικούντων στην Καλαμάτα, επ’ ονόματι του Αγ. Δημητρίου του Νεομάρτυρος, του εκ Χώρας Μεσσηνίας καταγομένου και εν Τριπόλει μαρτυρήσαντος.
Ίδρυσε το Ανώτερο Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο Καλαμάτας με σκοπό την παραγωγή μορφωμένων κληρικών για να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις μεγάλες απαιτήσεις τής τότε ελληνικής κοινωνίας. Από το Φροντιστήριο αποφοίτησαν οι περισσότεροι εφημέριοι της Μεσσηνίας, αλλά και άλλων Μητροπόλεων ενώ ανεδείχθησαν και σημαντικά ανώτερα στελέχη της Εκκλησίας. Οι σπουδαστές καθημερινά, πέραν των μαθημάτων, έκαναν πρακτική άσκηση στην Τελετουργική, στο Θείο Κήρυγμα και στην Κατήχηση. Διδάσκονταν την καλλιέργεια των αγρών, την μελισσοκομία, την διατροφή και φροντίδα των ζώων. Επίσης διδάσκονταν μαθήματα υγιεινής. Όλοι οι ιεροσπουδαστές έμεναν στο Οικοτροφείο και προσέφεραν όχι μόνο παραμυθητικό έργο, αλλά και χειρωνακτικές εργασίες στα Ιδρύματα.
Υπήρξε ο δημιουργός πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και επεξέτεινε την φιλανθρωπική δράση του πέραν των ορίων της Μητροπόλεώς του. Έκαμε την τοπική Εκκλησία της Μεσσηνίας κοινωνό και πρωτοπόρα σε όλες τις πτυχές δράσης του Μεσσηνιακού λαού. Προΐστατο σε 38 φιλανθρωπικούς, πατριωτικούς, κοινωνικούς, θρησκευτικούς, πνευματικούς συλλόγους και με συνεχείς εράνους χρημάτων, ειδών διατροφής και ένδυσης προέτρεπε τους κληρικούς και τους πιστούς χριστιανούς να συμβάλλουν στην λειτουργία αυτών.
Το 1946 ίδρυσε το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, τέλεσε τα εγκαίνια του Παπαδοπουλείου Βρεφοκομείου Καλαμάτας και ανακαίνισε ριζικά το Σανατόριο απόρων φυματικών «ο Προφήτης Ηλίας». Το 1947 εγκαινίασε το νέο κτήριο του Εθνικού Παιδικού Σταθμού Καλαμάτας, το οποίο κατασκευάσθηκε και με δικές του δαπάνες. Το 1948 ίδρυσε το Εθνικό Αγροτικό Νηπιοτροφείο Μεσσήνης, στο οποίο περιθάλπονταν 80 παιδιά εργαζομένων μητέρων. Με ενέργειές του αναμορφώθηκε το Ορφανοτροφείο Αρρένων Καλαμάτας ώστε να δεχθεί περισσότερα ορφανά παιδιά.
Τα έτη 1950-1951 ανακαίνισε ολοκληρωτικά το Γηροκομείο Καλαμάτας και ανήγειρε νέα πτέρυγα. Το 1951 ίδρυσε τις Τεχνικές Σχολές «Παπαφλέσσας». Το 1953 στην Κορώνη και στην Μεθώνη ίδρυσε Αγροτική Οικοκυρική Σχολή. Κατασκεύασε νέο ευρύχωρο υπόστεγο και κολυμβητική δεξαμενή στον Παιδικό Σταθμό Καλαμών. Ανακαίνισε το Σανατόριο απόρων φυματικών «Ο Προφήτης Ηλίας». Το καλοκαίρι του 1953 οι παιδικές κατασκηνώσεις στο χωριό Χανδρινού υπό την Προεδρεία του Μεσσηνίας Χρυσοστόμου φιλοξενούσαν διακόσια άπορα ασθενικά παιδιά από την Καλαμάτα και την Μεσσήνη. Το 1955 τέλεσε τα εγκαίνια της Οικοκυρικής Επαγγελματικής Σχολής «Παναγία η Ελεήστρια» στην Κορώνη. Στην Σχολή φοίτησαν σαράντα μαθήτριες από την Κορώνη και την ευρύτερη περιοχή, εκ των οποίων οι είκοσι ήταν υπότροφοι. Το 1956 η Ιερά Μητρόπολη συνεργάστηκε με την επιτροπή «Αλληλοβοηθείας και Σχέσεων μετά των ξένων Εκκλησιών» και στον τομέα των κατασκηνώσεων. 100 μαθήτριες άποροι και ασθενικοί φιλοξενήθηκαν σε κατασκηνώσεις στην Κάτω Μέλπεια. Ορφανά κορίτσια φιλοξενήθηκαν και στις κατασκηνώσεις στην Μονή Δημιόβης. Η Μητρόπολη φιλοξενεί 1000 παιδιά, το Π.Ι.Κ.Π.Α. 400 και ο Ε.Ε.Σ. 200.
Εγκαινίασε το 1956 νέα πτέρυγα στο Ορφανοτροφείο Θηλέων. Το 1957 στην ιστορική Μονή Γαρδικίου, ο δραστήριος Ποιμενάρχης ιδρύει Άσυλο Ανιάτων που σκοπό θα έχει την περίθαλψη των πασχόντων από ανίατα νοσήματα. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους νέοι διαφόρων χριστιανικών ομολογιών, κατασκηνωτές του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών βοηθούν στην οικοδόμηση του Ασύλου. Το 1957 στην ιστορική Μονή Προφήτου Ηλιού Καλαμάτας θεμελιώνει το Ψυχιατρείο πλησίον του Σανατορίου «Ο Προφήτης Ηλίας». Το 1958, ένα χρόνο από της ενάρξεως ανακατασκευής της Μονής Τιμίου Προδρόμου Γαρδικίου, τελεί τα εγκαίνια του Ασύλου Ανιάτων. Το 1958 ανοικοδομεί Οικοτροφείο στην Καλαμάτα για τους απόρους μαθητές των Τεχνικών Σχολών «Παπαφλέσσας». Το 1959 ιδρύει την «Στέγη Απόρων Προσφύγων, ο Ιερός Χρυσόστομος». Το Ίδρυμα αυτό ανηγέρθη σε οικόπεδο της Μητροπόλεως με δαπάνη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. και σκοπό είχε να στεγάζει και να σιτίζει πρόσφυγες και να τους καλύπτει τις πρωταρχικές ανάγκες. Το 1959 εγκαινιάζει στην Καλαμάτα το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα «Χριστιανική Φωλιά», το οποίο φιλοξενεί καθημερινώς 100 παιδιά ηλικίας 3-6 ετών παρέχοντας σε αυτά τροφή, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι εργαζόμενες μητέρες τους. Το Ίδρυμα αυτό λειτουργεί και ως Εκκλησιαστικό Γυμνασιακό Οικοτροφείο για απόρους μαθητές. Το 1960 πραγματοποιεί τα εγκαίνια νέας πολυτελούς πτέρυγας στο Αλεξανδράκειο Γηροκομείο δυναμικότητας 50 κλινών. Το 1961 εγκαινιάζει, το Ψυχιατρείο «Άγιοι Ανάργυροι» δυναμικότητας 100 κλινών. Μερίμνησε για την προικοδότηση απόρων κοριτσιών. Καθιέρωσε την δωρεάν παροχή γεύματος σε όλους τους προερχομένους από την επαρχία, μαθητές. Με μέριμνά του δίδονταν υποτροφίες σε φοιτητές της Θεολογικής Σχολής, σε φοιτητές Παιδαγωγικών Ακαδημιών και άλλων Σχολών καταγομένους από την Μεσσηνία, αλλά και από αλλού. Ίδρυε συνεχώς ενοριακά φιλόπτωχα Ταμεία.
Με πρωτοβουλία του παραχωρηθηκε στο κράτος εκκλησιαστική περιουσία για τις ανάγκες του λαού όπως γήπεδα, οικόπεδα για την ανέγερση κοινοτικών καταστημάτων, Νοσοκομείου, Γαλακτοκομικού Συνεταιρισμού, Αστυνομικού Σταθμού. Παραχωρήθηκαν επίσης στον Δήμο Καλαμάτας οικίες για την δημιουργία της πλατείας Υπαπαντής. Επίσης πρωτοστάτησε στην παραχώρηση χώρων, που ανήκαν στην Εκκλησία, για την δημιουργία σχολείων και την ανοικοδόμηση αυτών.
Μερίμνησε για το κατηχητικό έργο ιδρύοντας σε όλες σχεδόν τις ενορίες κατηχητικά σχολεία και επιμορφώνοντας συνεχώς τους κατηχητές. Το 1957 τα κατηχητικά σχολεία στην Μεσσηνία ήταν 267 και αριθμούσαν περισσότερους από 18.000 μαθητές.
Αγωνίστηκε με κάθε τρόπο εναντίον της αιρετικής προπαγάνδας ενημερώνοντας τους κληρικούς του και διαφωτίζοντας τους πιστούς του.
Ίδρυσε Μουσείο, Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, Πινακοθήκη και πολλές αίθουσες διαλέξεων στις ενορίες της Μητροπόλεώς του.
Ο λαός της Καλαμάτας εκτιμώντας το πολυποίκιλο έργο του, διά της Δημοτικής Αρχής, τον ανακηρύσσει το έτος 1955 Μέγα Ευεργέτη της πόλεως της Καλαμάτας. Μέγας Ευεργέτης ανακηρύχθηκε και από τον Δήμο Μεσσήνης. Τιμήθηκε από τα Επιμελητήρια Εμπορικό, Βιομηχανικό, Επαγγελματικό, Βιοτεχνικό, από τον Δικηγορικό και Ιατρικό Σύλλογο, τον Σύλλογο Κυριών, από Εργατικές και Αγροτικές Ενώσεις και πολλούς άλλους φορείς της Μεσσηνίας. Το 1953 η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο.
Ενδιαφερόταν συνεχώς για τους ανέργους της επαρχίας του, συνέτρωγε δε πολλές φορές με εργάτες στους χώρους εργασίας. Δεν ξεχώριζε το ποίμνιό του εκ των πολιτικών πεποιθήσεων εκάστου.
Τα Ιδρύματα, τα οποία ίδρυσε ο Χρυσόστομος Δασκαλάκης μετά την κοίμησή του οι τότε κρατικοί παράγοντες επιθυμούσαν να τα κρατικοποιήσουν και να τα υπαγάγουν στην διοίκηση της Πολιτείας, αντιστάθηκε όμως ο πιστός λαός και μέχρι σήμερα είναι εκκλησιαστικά. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που προσπάθησαν να αμαυρώσουν την μνήμη του ή και να αρπάξουν το έργο του που κληροδότησε στον πονεμένο λαό της Μεσσηνίας.
Ίδρυσε τα περιοδικά «ΔΙΔΑΧΗ», «Αρχείον», «Κυριακά Λόγια». Υπήρξε ο πρωταγωνιστής της καθιερώσεως της εορτής της 23ης Μαρτίου 1821 ως επισήμου ημέρας της Ελληνικής Ελευθερίας, ημέρα κατά την οποία απελευθερώθηκε η Καλαμάτα από τον τουρκικό ζυγό.
Εξέδωσε τα παρακάτω βιβλία: 1. Ακολουθία της Υπεραγίας Δεσποίνης Ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας της Επικαλουμένης «Ελεηστρίας», Αθήνα, 1955. 2. Η Καλαμάτα ενοριακόν χωρίον της Μητροπόλεως Μονεμβασίας και είτα διάδοχος αυτής, Καλάμαι,1956. 3. Ακολουθία του Αγίου Ενδόξου Οσιομάρτυρος Ηλία του Αρδούνη, Αθήνα, 1956. 4. Ανώτερον Εκκλησιαστικόν Φροντιστήριον Καλαμών 1951-1956, Καλάμαι, 1956. 5. Σπυρίδων Αλεξανδράκης και τα Αλεξανδράκεια Κληροδοτήματα, Καλαμάτα, 1957. 6. Γρηγόριος Μπίτσης, ο τελευταίος Εθνομάρτυς Επίσκοπος Κορώνης, Καλαμάτα, 1958. 7. Ακολουθία και Βίος του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Ημών Ιεροθέου του εκ Καλαμών, Καλαμάτα, 1959. 8. Αναδιοργάνωσις του Μοναχικού Βίου, διαχείρισις και διασφάλισις της διατηρητέας μοναστηριακής περιουσίας, Καλαμάτα, 1959. 9. Το έργον των Κατασκηνώσεων, Καλαμάτα, 1959. 10. Ο Εθνομάρτυς Επίσκοπος Μεθώνης και Νεοκάστρου Γρηγόριος Παπαθεοδώρου (1770-1825), Καλαμάτα,1960. 11. Λογοδοσία Πεπραγμένων Αλεξανδρακείων Κληροδοτημάτων των ετών 1959, 1960. 12. Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας των ετών 1956, 1957, 1958, 1959, 1960 και 1961. 13. Το έργον της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας των ετών 1957, 1958, 1959, 1960. 14. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Προκόπιος ο Πελοποννήσιος (Ιούνιος 1785-Απρίλιος 1789), Αθήνα, 1961. 15. Ιωσήφ Ανδρούσης, Καλαμάτα, 1961.
Εκοιμήθη στις 16 Απριλίου 1961 από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και στην κηδεια του συμμετείχε όλος ο λαός της Μεσσηνίας. Στην Διαθήκη του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…παρέχω συγχώρησιν εις όλους όσοι τυχόν με επίκρανον. Περιουσίαν δεν απέκτησα ποτέ ουδέ είχον τοιαύτην διάθεσιν. Αντιθέτως και ό,τι παρά των γονέων εύρον το διέθεσα και διά τούτο δεν έχω να αφήσω… Δεν υπήρξα υποκριτής και ίσως διά τούτο παρεξηγήθην από τους υποκριτάς. Ο Κύριος, ο γνωρίζων τον άνθρωπον, ας συγχωρήση αυτούς…Λυπούμαι διότι δεν έχω χρήματα να αφίσω εις τα προσφιλέστατα Ιδρύματά μου. Τα έδωκα όλα εν ζωή προς αυτά. Κάθε κόπον μου και ιδρώτα μου τα διέθεσα εις αυτά και τον μισθόν μου πολλάκις, χωρίς βεβαίως να διατυμπανίζω τούτο. Τοις έδωκα όμως τον δρόμον διά να ζήσουν και να βοηθήσουν τας δυστυχείς υπάρξεις. Όλα έγιναν με αίμα και όχι με ιδρώτα…Ευχαριστώ την κοινωνίαν της πόλεως των Καλαμών διά την ευγενή συμπαράστασιν της εις το πνευματικόν, κοινωνικόν και φιλανθρωπικόν έργον. Ουδέποτε μου έφερε αντίρρησιν. Την ευγνωμονώ».
Ο αεικίνητος Δεσπότης, αναγνωρίσθηκε ως μία εκ των μεγάλων μορφών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είχε άριστες σχέσεις και συνεχή επικοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ως μέλος, τόσο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, όσο και της Συνόδου της Ιεραρχίας, προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην διοίκηση της εν Ελλάδι Εκκλησίας. «…Υπήρξεν εκ των πλέον ενεργών και δραστηρίων Ιεραρχών, κατ’ εξοχήν μάλιστα εις τον οικονομικόν τομέαν, τον αφορώντα την διαχείρισιν της διατηρητέας εκκλησιαστικής περιουσίας, αλλά και γενικώτερον τα της μισθοδοσίας του Εφημεριακού Κλήρου. Έμπειρος ων εις τα οικονομικά της Εκκλησίας υπεβοήθησε μεγάλως εις την εκ μέρους της πολιτείας αναγνώρισιν των δικαίων του Ιερού Κλήρου ταύτης…».
Ο Χρυσόστομος Δασκαλάκης πράγματι με την προσωπικότητα του, τις ενέργειες του, το έργο του κατόρθωσε να επηρεάσει και να επισκιάσει κάθε πολιτική μορφή στην Μεσσηνία και να αναδειχθεί ο κορυφαίος άνδρας- αναμορφωτής της εποχής του. Δεν υπέταξε την εκκλησιαστική κοινότητα στις κάθε είδους αρπακτικές διαθέσεις εκάστου κομματάρχου της εποχής. Κατόρθωσε να αναδείξει την Εκκλησία ως τον παράγοντα εκείνον που διαμορφώνει το κοινωνικό γίγνεσθαι, χωρίς ακρότητες και μικροπολιτικά συμφέροντα. Τούτο φαίνεται από την αγάπη και την εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο λαός της Μεσσηνίας ανεξαρτήτως κομματικών πεποιθήσεων αλλά και από την θύμηση που μέχρι τις ημέρες μας διατηρεί ο Μεσσηνιακός λαός.
Διάδοχός του εξελέγη το έτος 1965, ο πρώην Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Μεσσηνίας και ύστερα βοηθός Επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών υπό τον τίτλο Θαυμακού, Χρυσόστομος Θέμελης.
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης γεννήθηκε στην Ιστιαία Ευβοίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1918. Γονείς του ήταν ο Ζαφείριος και η Αικατερίνη. Χειροθετήθηκε Αναγνώστης το έτος 1937. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του ενεγράφη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε το έτος 1944 αριστούχος. Κατά την διάρκεια των σπουδών του κηρύττει το θείο λόγο και διδάσκει στα Κατηχητικά Σχολεία της ιδιαιτέρας του πατρίδος. Σπουδάζει τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και παράλληλα υπηρετεί ως Ιεροψάλτης στον ναό του Αγ. Τρύφωνα στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια των φοιτητικών του σπουδών υπηρέτησε και την στρατιωτική του θητεία. Μετα την ολοκλήρωση των σπουδών του εκάρη μοναχός από τον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ στην Μονή Παναγίας Φανερωμένης της Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Από τον ίδιο Μητροπολίτη χειροτονήθηκε Διάκονος το έτος 1944. Υπηρετεί στον Ναό Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, Ομονοίας στην Αθήνα. Στις 28-10-1945 στον Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον Ασπρόπυργο χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, από τον Μητροπολίτη Γυθείου και Οιτύλου Χρυσόστομο Δασκαλάκη και χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Ο Χρυσόστομος Δασκαλάκης μετετέθη στην Μητρόπολη Μεσσηνίας και ο Χρυσόστομος Θέμελης αναλαμβάνει Πρωτοσύγκελλος αυτής. Πέραν των διοικητικών του καθηκόντων υπηρετεί ως ιεροκήρυκας, κατηχητής, εξομολόγος. Διδάσκει ως Θεολόγος Καθηγητής στην Νυχτερινή Σχολή Καλαμάτας. Διευθύνει το περιοδικό ΔΙΔΑΧΗ.
Το 1950 διορίστηκε Γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και το 1952 Αρχιγραμματεύς. Υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ναό Προφήτου Ηλία Καστέλλας Πειραιώς και στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.
Το έτος 1957 εξελέγη Βοηθός Επίσκοπος με τον τίτλο της πάλαι ποτε διαλαμψάσης Επισκοπής Θαυμακού. Διετέλεσε Αρχιεπισκοπικός Επίτροπος στον Πειραιά. Ο Επίσκοπος Θαυμακού ευλαβείτο ιδιαιτέρως το Πατριαρχείο. Από την εποχή που ήταν Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου το εξυπηρετεί συγκεντρώνοντας για το Οικουμενικό Πατριαρχείο τις όποιες χρηματικές εισφορές υπέρ αυτού, την λεγομένη «Λογίαν» και όπως αναφέρει ο ίδιος: «εδημιουργήθη μία εμπιστοσύνη και αγάπη Ιεραρχών του Κλίματος του Οικουμενικού Θρόνου και άλλων του Πατριαρχικού περιβάλλοντος προς εμέ». (Πεπραγμένα 1945 -1965, Αθήνα 1967).
Η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε με την ανάθεση σε αυτόν εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου διαφόρων εργασιών στην Αθήνα αλλά και αλλού προς όφελος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και των εμπερίστατων στην Ελλάδα κληρικών της.
Τον Δεκέμβριο του 1962 ο Χρυσόστομος Θέμελης μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη κατόπιν προσκλήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, προκειμένου να συνεργαστεί με την Επιτροπή για την έκδοση των επισήμων Πρακτικών της Α’ εν Ρόδω Διασκέψεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών το 1961. Ο τόμος αυτός επρόκειτο να εκδοθεί στην Αθήνα με την επιμέλεια του Επισκόπου Θαυμακού κατόπιν επισήμου αναθέσεως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τον Ιούλιο του 1963 λαμβάνει δια χειρός του Πατριάρχου Αθηναγόρα μεγάλο μέρος τού υπό έκδοση υλικού. Τον Μάρτιο του 1966 παραδίδει το υλικό αυτό μη ολοκληρωμένο στον Θεολόγο κ. Αριστείδη Πανώτη. Ο Πατριάρχης τον ευχαρίστησε για την συγκεκριμένη προσφορά του. Το έτος 1963 ο Χρυσόστομος μεριμνά όπως έντεκα πρωτοετείς φοιτητές της Θεολογικής Σχολή της Χάλκης διωγμένοι από το Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας, εγγραφούν στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης .
Συμμετέχει στις εορταστικές εκδηλώσεις ως οργανωτής επί τη αφίξει στην Ελλάδα του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα από 30 Ιουνίου έως 8 Ιουλίου 1963.
Επίσης έλαβε μέρος σε πολλές αποστολές της Εκκλησίας της Ελλάδος σε άλλα Πατριαρχεία και μάλιστα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο πιστεύοντας στην πανορθόδοξη ενότητα. Τον σπουδαίο αυτόν Ιεράρχη διέκρινε βαθύ αίσθημα αφοσιώσεως στην Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.
Στις 17 Νοεμβρίου 1965 εξελέγη από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης Μεσσηνίας. Επιτέλεσε σημαντικό έργο στην Μητρόπολη Μεσσηνίας σε μια εποχή κατά την οποία οι κάτοικοι της επαρχίας αυτής αντιμετώπιζαν σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Με την εγκατάστασή του στην Μητρόπολή Μεσσηνίας τελεί ανελλιπώς τα λειτουργικά του καθήκοντα σε όλη την Μεσσηνία. Μεριμνά για την μόρφωση των κληρικών του, με την διενέργεια επιμορφωτικών σεμιναρίων και υπηρετώντας ο ίδιος ως Διευθυντής του Μέσου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Καλαμάτας, το οποίο ιδρύθηκε το 1976. Αναζωογόνησε το θείο κήρυγμα και οργάνωσε Κατηχητικά Σχολεία σε όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις της Μεσσηνίας. Μεριμνά για την ανέγερση ενοριακών ναών και την συντήρηση πολλών άλλων. Αναστηλώνει διαλελυμένες ιερές μονές. Ανεγείρει εκ θεμελίων την Μονή Χρυσοκελλαριάς και ανακαινίζει ριζικά τη Μονή Δημιόβης. Φροντίζει για τα κειμήλια της Μητροπόλεως ιδρύοντας Εκκλησιαστικό Μουσείο και Αρχείο όπου συγκέντρωσε ιερές εικόνες, έγγραφα και άλλα κειμήλια της Μητροπόλεώς του καθώς επίσης και Βιβλιοθήκη. Ιδρύει στην Καλαμάτα Κέντρο Νεότητος και πολλές Ενοριακές Στέγες. Θεμελίωσε νέο Μητροπολιτικό Οίκο-Επισκοπείο. Εγκαινίασε κτηριακό συγκρότημα του Παπαδοπουλείου Βρεφοκομείου.
Ανασυγκρότησε τα Εκκλησιαστικά Φιλανθρωπικά Ιδρύματα και Κληροδοτήματα. Φροντίζει για την αποδοτικότερη λειτουργία των Ιδρυμάτων Σανατόριο- Ψυχιατρείο και Άσυλο Ανιάτων. Προεδρεύει των Διοικητικών Συμβουλίων εννέα Κληροδοτημάτων, τα οποία λειτουργούν με άψογο τρόπο. Προήδρευσε σε πλείστα Διοικητικά Συμβούλια πνευματικού φιλανθρωπικού και κοινωνικού σκοπού. Σημαντική υπήρξε η προσφορά του στην τοπική κοινωνία κατά την περίοδο των σεισμών του Σεπτεμβρίου 1986 και κυρίως μετά από αυτούς, με την καθημερινή παρουσία του πνευματική, ηθική και κυρίως υλική στους σεισμοπλήκτους Μεσσηνίους και με την αναστήλωση, ανέγερση πολλών σεισμοπλήκτων Ναών, Ιδρυμάτων και Μονών. Τα εκκλησιαστικά κτήρια στην Μεσσηνία καταστράφηκαν το 1986 σε ποσοστό 80%. Το τιτάνιο αυτό έργο της αντισεισμικής θωράκισης όλων των κατεστραμμένων κτισμάτων έφερε σε αίσιο πέρας με τον καθημερινή του παρουσία και αγωνία ο Χρυσόστομος Θέμελης.
Συνέγραψε εκατοντάδες μελέτες, οι οποίες έτυχαν αναγνωρίσεως από την επιστημονική κοινότητα με αποτέλεσμα και για αυτό το έργο του το Πανεπιστήμιο Αθηνών να τον ανακηρύξει επίτιμο Διδάκτορα της Θεολογικής Σχολής.
Ανάμεσα στα έργα του υπάρχουν Άρθρα, Βιβλιοκρισίες, Επικήδειοι Επιμνημόσυνοι Λόγοι, Νεκρολογίες, Επιστολές, Ευχές, Κηρύγματα, Μελέτες, Ποιμαντικά, Προσφωνήσεις, Παρουσιάσεις, Μηνύματα, Ευρετήρια, Υμνογραφικά. Ενδεικτικά αναφέρονται: 1) Λόγος εις τον Άγιον Απόστολον Παύλον και εις το έργον αυτού εν Ελλάδι. Κηρυχθείς από του Ιερού Βράχου του Αρείου Πάγου τη 29η Ιουνίου 1956, εντολή του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Δωροθέου, Αθήναι 1956. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΛΓ’ (1956). 2) Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων», Αθήναι 1957. Λόγος επί τη εκατονταετηρίδι από του θανάτου του αοιδίμου Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, λεχθείς τη 9η Μαρτίου του 1957 παρά τον τάφον αυτού, αποκείμενον εν τη εν Αθήναις Ιερά Μονή των Ασωμάτων Πετράκη, αποφάσει και εντολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΛΔ’ (1957). 3) Λόγος επιμνημόσυνος εις τους αοιδίμους Αρχιεπισκόπους Αθηνών και εις τους αοιδίμους Εθνομάρτυρας Ιεράρχας της Μικρασιατικής καταστροφής. Αθήναι 1972. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΜΘ’ (1972). 4) Η μαρτυρία και η προσφορά της Εκκλησίας της Ελλάδος εις το Έθνος, την Ορθοδοξίαν και την Οικουμένην, Αθήναι 2001. 5) Η Ιερά Μητρόπολις Ευρίπου διά μέσου των αιώνων, Αθήναι 1952. Μελέτη. 6) Η Επισκοπή Ωρεών, Αθήναι 1953. Μελέτη. Ανάτυπον εκ της ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, τόμος ΚΓ’ (1952) και τόμος ΚΔ’ (1953). 7) Ευβοϊκή Μοναστηριολογία, Αθήναι 1965. Μελέτη. Ανάτυπον, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΜΒ’ (1965). 8) Περί Ιστιαίας – Ξηροχωρίου. Ετυμολογική μελέτη. Αθήναι 1970. Ανάτυπον εκ του Αρχείου Ευβοϊκών Μελετών. 9) Μοναστών αποφθέγματα, Αγιορειτική Βιβλιοθήκη, έτος ΙΕ’ (1950), αριθμός φύλλων 166-167 σελ. 165, 168-170 σελ. 257 και έτος ΙΣΤ’ (1951), αριθμός φύλλου 173-175, σελ. 24. 10) Γάμος και διαζύγιον, Αθήναι 1953. Μελέτημα. 11) Συνοπτική Ιστορία της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επί τη 100η περιόδω των εργασιών αυτής, Αθήναι 1954. Μελέτη. Ανάτυπον, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΛΑ’ (1954). 12) Το έλαιον εξ επόψεως τελετουργικής Αθήναι 1960. Μελέτη. Ανάτυπον, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, έτος ΛΖ’ (1960) και έτος ΛΗ’ (1961). 13) Η Διαθήκη του Ηγουμένου της Μονής Αγίων Τεσσαράκοντα Σπάρτης Ιερομονάχου Νεκταρίου Χλομού, Αθήναι 1981. Μελέτημα. Ανάτυπον εκ του Τιμητικού Τόμου εις τον καθηγητήν Γεράσιμον Κονιδάρην «Αντίδωρον Πνευματικόν», Αθήναι 1981. 14) Λεκτικαί επιδράσεις αρχαίων Τραγωδιών εις Τροπάρια Ιαμβικών Κανόνων, Αθήναι 1987. Μελέτη. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού Πλάτων, «Δελτίου Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων». 15) Η εορτή των Τριών Ιεραρχών εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών (1842-1991), Αθήναι 1991. Μελέτη. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού ΘΕΟΛΟΓΙΑ. 16) Ο πολιτικός γάμος και τα εξ αυτού δημιουργηθέντα εν τη Εκκλησία προβλήματα, Αθήναι 1997. Μελέτη. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». 17) Περί των Πρωτοσυγκέλλων και των Γενικών Αρχιερατικών Επιτρόπων, Αθήναι 1999. 18) Περί της μνημονεύσεως του ονόματος του Πρώτου εν τη Εκκλησία της Ελλάδος, Αθήναι 1999. 19) Περί του τρόπου απονομής των Υπερτιμιών και Εξαρχιών των Μητροπόλεων της Παλαιάς Ελλάδος, Αθήναι 1999. 20) Ο Ιερός των Ιεροκηρύκων θεσμός, Αθήναι 2000. 21) Οι Βυζαντινοί Βασιλείς, οι Βυζαντινοί Πατριάρχαι και η Πόλις εν τη Υμνογραφία, Καλαμάτα 2003. 22) Η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, Μελέτη. Αθήναι 2003. 23) Παναγία Υπαπαντή. Ιστορικόν της Ιεράς Εικόνος-Θαύματα-Ειδική Ακολουθία και Ειδικός Παρακλητικός Κανών, Καλάμαι 1950. Μελέτημα. 24) Το Άσυλον Ανιάτων Ευαγές Ίδρυμα της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήναι 1977. Μελέτημα. 25) Η Σταυροπηγιακή επιγραφή της εν Μεσσηνία Ιεράς Μονής Δημιόβης, Αθήναι 1978. Μελέτη. Ανάτυπον εκ του περιοδικού ΘΕΟΛΟΓΙΑ. 26) Η Μεταξοϋφαντική τέχνη εν τη Μονή Καλογραιών Καλαμάτας, Καλαμάτα 1981. Μελέτημα. Ανάτυπον από τα Μεσσηνιακά Γράμματα, Καλαμάτα, τόμος Γ’. 27) Σεισμικά Σημειώματα. Ήτοι λεπτομερή Χρονικά περί των εν Καλαμάτα και εις Κοινότητας πλησίον αυτής επισυμβάντων καταστρεπτικών σεισμών κατά την 13ην και 15ην Σεπτεμβρίου 1986 και περί της στοργικής συμπαραστάσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας προς τους σεισμοπλήκτους, γραφέντα τη φροντίδι και επιστασία του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη, Καλαμάτα 1988. 28) Η «λογία». Ήτοι ο οικονομικός απολογισμός εισπράξεων και πληρωμών των δωρεών διά τα εν Καλαμάτα και εις Κοινότητας πλησίον αυτής πληγέντα Εκκλησιαστικά κτίρια εκ των καταστρεπτικών σεισμών της 13ης και 15ης Σεπτεμβρίου 1986, Καλαμάτα. 29) Ποιμαντικαί Ενασχολήσεις (Η Πνευματική ζωή του Εφημερίου – Η φιλοστοργία παρά τοις κληρικοίς – Το «Γνώθι σαυτόν» του κληρικού), Αθήναι 1952. 30) Ο Επίσκοπος κατά τας «Διαταγάς των Αγίων Αποστόλων», Αθήναι 1996. Μελέτη. Ανάτυπον εκ του Περιοδικού ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Τιμήθηκε με πολλά μετάλλια από πολιτιστικούς φορείς της Μεσσηνίας και της Ελλάδος.
Ήταν φιλάνθρωπος Ιεράρχης και η προσφορά του στον λαό της Μεσσηνίας υπήρξε αρκετά μεγάλη. «Εξέχουσα και πολυτάλαντος προσωπικότης, εργατικός και ασκητικός στην βιοτή του, ιδιαίτερη εκκλησιαστική παρουσία και αυστηρός τηρητής των ιδεωδών και των κανόνων…». (Θεοδωροπούλου Ευθυμίου Αρχιμανδρίτου, Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης (1918-2007) «Εν γραφαίς», Καλαμάτα 2022, σελ. 27).
Η εκκλησιαστική δράση του αναγνωρίστηκε από πολλούς Ιεράρχες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται ως ο πρύτανης της Ιεραρχίας. Εκοιμήθη στις 28 Φεβρουαρίου 2007 και η αρχιερατική του διακονία παραμένει στην μνήμη του ποιμνίου του.
Στις 15 Μαρτίου του έτους 2007 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Μητροπολίτης Μεσσηνίας ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Σαββάτος, ο και Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος ποιμαίνει την Μητρόπολη Μεσσηνίας μέχρι σήμερα.
Γεννήθηκε στο Περιστέρι Αττικής. Πτυχιούχος της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών-Τμήμα Θεολογίας. Το έτος 1988 χειροτονήθηκε Διάκονος και τον Νοέμβριο του έτους 1990 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Σπούδασε στην Ρώμη, στο Στρασβούργο όπου και πραγματοποίησε πολυετείς μεταπτυχιακές σπουδές. Το έτος 1995 αναγορεύθηκε Διδάκτορας της Θεολογίας, του Τμήματος Θεολογίας, του ΕΚΠΑ. Τον Ιούνιο του έτους 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας το έτος 2002 Επίκουρος Καθηγητής του αυτού Τμήματος, και με γνωστικό αντικείμενο «Πατρολογία». Τον Ιούλιο του έτους 2007 εκλέχθηκε Καθηγητής του αυτού Τμήματος και με γνωστικό αντικείμενο «Ιστορία Δογμάτων και Συμβολικής».
Υπηρέτησε ως Γραμματέας στη Συνοδική Επιτροπή του Γραφείου Σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και στην Ειδική Συνοδική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Ευρωπαϊκών Θεμάτων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1998-1999), ως Εφημέριος και Τακτικός Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Περιστερίου (1988- 1995) και στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών (1995-2007).
Τακτικό μέλος σε Συνοδικές Επιτροπές της Εκκλησίας της Ελλάδος και σε Επιστημονικά Συμβούλια του Υπουργείου Παιδείας. Το 2022 ανακηρύχθηκε Αντεπιστέλλον Μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Εκπροσώπησε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και την Εκκλησία της Ελλάδος, σε Διορθόδοξα Συνέδρια και Συνδιασκέψεις και σε Διεκκλησιαστικές αποστολές.
Έλαβε τιμητικές διακρίσεις από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας, Ιερές Μητροπόλεις και την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.
Ομιλεί την Γαλλική, την Ιταλική και την Αγγλική γλώσσα.
Συνέγραψε πολλές μελέτες, άρθρα σε ακαδημαϊκά περιοδικά της Ελλάδος και του Εξωτερικού.
Με την εγκατάστασή του στην Μητρόπολη Μεσσηνίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το Θείο κήρυγμα και με την δημιουργία εκπομπών σε τηλεοπτικούς σταθμούς, η ιερά εξομολόγηση με 80 πνευματικούς, η αγωγή της νεότητας με την δημιουργία στις μεγάλες πόλεις νεανικών ενοριακών συνάξεων και με την έκδοση σχετικού περιοδικού, ενισχύθηκε η αντιαιρετική δράση.
Επι Αρχιερατείας του ιδρυθήκαν με τη σύμφωνη γνώμη της Ιερας Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και με Νόμο του Ελληνικού κράτους και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας τους: 1). Το Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο το 2008. 2). Η Σχολή Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής το 2008. 3). Η Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο το 2008. 4). Το Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης το 2008. 5). Οι Εκκλησιαστικαί Κατασκηνώσεις «ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ» και εγκρίθηκε ο κανονισμός το 2008. 6). Η Τεχνική Υπηρεσία της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας το 2008. 7). Το Ταμείο Αρωγής Απόρων Μεσσηνίων Φοιτητών το 2009. 8). Το «Κωνσταντοπούλειον Ίδρυμα Φιλανθρωπίας και Ευποιΐας της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας» το 2018.
Ανακηρύχθηκαν σε Ιερά Προσκυνήματα: 1). Ο Ναός Παναγίας Ελεήστριας Κορώνης το 2008. 2). Ο ιστορικός Ναός των Αγίων Αποστόλων Καλαμάτας το 2012. 3). Ο Ναός Ζωοδόχου Πηγής Σγράπας Πυλίας το 2014. 4). Ο ιστορικός Ναός της Αγίας Βαρβάρας Καλαμάτας το 2024.
Ιδρύθηκε η Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Προφήτου Ιωήλ το 2008 και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της το 2010.
Εγκρίθηκε ο εσωτερικός κανονισμός των: 1). Αλεξανδρακείου Ιδρύματος (Πτωχοκομείο- Γηροκομείο), το 2009. 2). Κεντρικών Υπηρεσιών της Μητροπόλεως Μεσσηνίας το 2010. Εγκρίθηκε επίσης ο Κανονισμός συστάσεως και λειτουργίας της Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Της Θεοτόκου «Βουλκάνου» το 2008, ο κανονισμός λειτουργίας της Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Καλογραιών Καλαμάτας το 2019.
Επί αρχιερατείας του συνεχίζεται η φιλάνθρωπος ποιμαντική διακονία της τοπικής Εκκλησίας, με την οξυδερκή του πρόσληψη και ερμηνεία των συγχρόνων εκκλησιαστικών, κοινωνικών και πολιτικών προκλήσεων, με σκοπό την ολοκλήρωση των πολιτών της Μεσσηνίας (μελών της εκκλησιαστικής συνάξεως και μη). Το ποιμαντικό αυτό έργο με σωτηριολογική βάση και εσχατολογική προοπτική αποτελεί απάντηση στις σύγχρονες ποιμαντικές προσκλήσεις με τον τρόπο του διαλόγου. Η φιλάνθρωπη αυτή απάντηση αναγνωρίστηκε και επαινέθηκε από τις επίσημες εκκλησιαστικές και πολιτικές Αρχές αλλά κυρίως απο τους ανθρώπους της επαρχίας του.
Σήμερα οι πλείστες κοινωνικές δομές στην Μεσσηνία τελούν υπό την επίβλεψη, φροντίδα, διοίκηση, οικονομική ενίσχυση της τοπικής Εκκλησιας.
Η σχέση της Εκκλησίας της Μεσσηνίας με την κοινωνία της Μεσσηνίας απο το 1833 μέχρι σήμερα είναι αλληλένδετη. Κάθε κοινωνική έκφραση στην Μεσσηνία αλληλοπεριχωρείται με την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.
Ιωάννης Π. Μπουγάς
